Τα στοιχεία αυτά δεν πρέπει να προκαλούν έκπληξη, υποστηρίζουν οι ειδικοί αξιολογώντας τα αποτελέσματα της μελέτης, που δημοσιεύτηκαν στο επιστημονικό περιοδικό Nutritionand Metabolism.
Τι έδειξε η μελέτη
Στη μελέτη συμμετείχαν 18 άνδρες και γυναίκες, μέσης ηλικίας 26 ετών, οι οποίοι αύξησαν την πρόσληψη ενέργειας κατά περίπου 70% και έθεσαν ανώτατο όριο της σωματικής τους δραστηριότητα τα 5.000 βήματα την ημέρα (περίπου 2,5 μίλια) για διάστημα 4 εβδομάδων.
«Η ημερήσια ενεργειακή πρόσληψη των συμμετεχόντων πριν από τη μελέτη ήταν κατά μέσο όρο περίπου 2.270 θερμίδες και κατά τη διάρκεια της παρέμβασης αυξήθηκε η ημερήσια πρόσληψη ενέργειας κατά μέσο όρο κατά 70% σε σύγκριση με πριν», σημείωσε η Ernersson.
Αυτό μεταφράζεται σε περίπου 4.000 θερμίδες την ημέρα
Η δίαιτα που ακολουθούσαν οι συμμετέχοντες δεν ήταν υγιεινή. «Κατά τη διάρκεια της παρέμβασης η δίαιτα περιελάμβανε κυρίως πρόχειρο φαγητό, δηλαδή χάμπουργκερ, πίτσες και τηγανητές πατάτες», διευκρίνισε η Ernersson.
Το βάρος, ο δείκτης μάζας σώματος και άλλα ατομικά στοιχεία των συμμετεχόντων αξιολογήθηκαν κατά την έναρξη της μελέτης, μετά τη διάρκειας 4 εβδομάδων κραιπάλη και πάλι 6 και 12 μήνες αργότερα και τελικά 2,5 χρόνια αργότερα. Στη συνέχεια έγινε σύγκριση της ομάδας αυτής με μια άλλη ομάδα 18 ατόμων (μέσης ηλικίας 25 ετών), που δεν έκαναν υπερκατανάλωση φαγητού ούτε περιόρισαν τη σωματική τους δραστηριότητα.
Τα αποτελέσματα:
* Τα μέλη της πρώτης ομάδας είχαν πάρει κατά μέσο όρο 6 κιλά μετά από ένα μήνα κραιπάλης, ενώ το σωματικό βάρος συνολικά στην ομάδα σύγκρισης παρέμεινε ίδιο.
* Μέσα σε 6 μήνες τα άτομα της πρώτης ομάδας είχαν χάσει περίπου το 50% του βάρους που είχαν πάρει αλλά εξακολουθούσαν να έχουν μεγαλύτερο σωματικό βάρος από ό, τι είχαν στην αρχή της μελέτης. Μόνο πέντε από τους συμμετέχοντες είχαν επιστρέψει περίπου στο βάρος που είχαν κατά την έναρξη της μελέτης.
* Στους 12 μήνες το συνολικό βάρος των ατόμων που έκαναν υπερκατανάλωση φαγητού παρέμενε υψηλότερο από ό, τι κατά την έναρξη της μελέτης.
* Σε 2,5 χρόνια το σωματικό βάρος της ομάδας σύγκρισης ήταν το ίδιο σε γενικές γραμμές, ενώ στην πρώτη ομάδα παρατηρήθηκε περαιτέρω αύξηση του βάρους. Το μέσο βάρος από 68 κιλά που ήταν στο ξεκίνημα της μελέτης είχε αυξηθεί κατά μέσο όρο σε 73 κιλά.
* Η μάζα λίπους αυξήθηκε επίσης σε εκείνους που έτρωγαν πολύ από το 20% του συνολικού σωματικού βάρους σε σχεδόν 24% μετά από ένα μήνα. Στους 12 μήνες μειώθηκε σε 22,6%, αλλά εξακολουθούσε να είναι υψηλότερο από ό, τι κατά την έναρξη της μελέτης.
Η αλλαγή της λιπώδους μάζας ήταν μεγαλύτερη από την αναμενόμενη σύμφωνα με την Ernersson. «Με βάση τα συγκεκριμένα ευρήματα αυτό που μπορούμε να πούμε με σιγουριά είναι ότι πρέπει να αποφεύγεται η υπερβολική κατανάλωση τροφής ακόμη και για μικρότερα χρονικά διαστήματα», επεσήμανε η Ernersson, αν και παραδέχτηκε ότι χρειάζεται περαιτέρω έρευνα για να επιβεβαιωθούν τα αποτελέσματα της μελέτης.
ΣΧΟΛΙΑΣΤΕ: