Με δεδομένη μία κάποια έκπληξη για την επικοινωνία μας, η κυρία Σάμογλου δεν είχε την παραμικρή αντίρρηση να «συνδεθεί» με την Ελλάδα μέσω του Cosmo.gr και να μας αφηγηθεί την απλή μα ανθρώπινη ιστορία μίας οικογένειας που πρόκοψε στη Σμύρνη στη μετά το 22’ εποχή. «Γεννήθηκα και μεγάλωσα στη Σμύρνη» μας αφηγείται. «Είμαι καθηγήτρια μουσικής και πιάνου και δόξα τω θεώ έχω αρκετούς μαθητές. Είμαι ομογενής και οι δύο γονείς μου είναι Ελληνες που ήρθαν στη Σμύρνη από την Κωνσταντινούπολη».
Kαι συνεχίζει με παράπονο: «Είμαστε πολύ λίγοι οι Ελληνες σήμερα στην πόλη, ουσιαστικά δεν μπορούμε να μιλήσουμε για περισσότερα από 20 άτομα. Λέω άτομα και αυτό έχει τη σημασία του. Δεν μπορούμε να μιλήσουμε για ελληνικές οικογένειες πλέον, αφού οι Ελληνες παντρεύονται ντόπιες και ντόπιους. Βρισκόμαστε κάθε μήνα στην ορθόδοξη εκκλησία η οποία κατασκευάστηκε πριν από 2-3 χρόνια. Δυσκολευόμαστε είναι η αλήθεια αλλά προσπαθούμε να κρατήσουμε τα ήθη και τα έθιμά μας, τη θρησκεία και τη γλώσσα μας».
Η κυρία Σάμογλου δεν μιλάει συχνά τα Ελληνικά αφού πλέον δεν έχει την ευκαιρία. Εχει αυτό το χαρακτηριστικό τόνο στην ομιλία της, γεγονός που δίνει στη γλώσσα ένα ιδιαίτερο χρώμα: «Δεν μπορώ να πω ότι η κυρίως Ελλάδα μας θυμάται» μας εξομολογείται. «Ελάχιστοι, άλλωστε, γνωρίζουν ότι στη Σμύρνη ζουν ακόμη Ελληνες. Οι μεγαλύτεροι από εμάς έπαιρναν και μία σύνταξη από το ελληνικό κράτος. Δεν μπορώ όμως να πω ότι έχω και κάποιο συγκεκριμένο παράπονο».
H μικρή οικογενειακή της ιστορία έχει ως εξής: «Οι δικοί μου ήρθαν στη Σμύρνη στις αρχές της δεκαετίας του ‘50, λίγο μετά το γάμο τους. Ο πατέρας μου ήταν ψυκτικός και έμαθε τη δουλειά από το θείο μου στην Πόλη. Επειδή όμως δεν ήθελε να έχει το ίδιο πελατολόγιο, πήρε τη μητέρα μου και ήρθαν εδώ. Στο σπίτι μιλούσαμε πάντα Ελληνικά, ειδικά με τη μητέρα μου την οποία έχασα πρόσφατα. Παρά το γεγονός ότι ήξερε και πολύ καλά τουρκικά, δεν μας μιλούσε. Στα παιδιά, μόνο Ελληνικά. Από εκεί και πέρα όμως τα αδέρφια μου παντρεύτηκαν τουρκάλες και τα ελληνικά υποχώρησαν λίγο. Εγώ παντρεύτηκα Φραγκολεβαντίνο και στο σπίτι υπήρχαν πολλές γλώσσες».
Η σχέση της με την Ελλάδα παραμένει ζωντανή: «Επισκέπτομαι τακτικά την Ελλάδα διότι έχω τα ξαδέρφια μου εκεί. Μάλιστα η τελευταία φορά ήταν πριν από επτά μήνες, το Σεπτέμβριο του 2008. Μας αρέσει και το επιδιώκουμε να έχουμε στενές σχέσεις με τους συγγενείς μας στην πατρίδα».
Tο γεγονός ότι οι ελάχιστοι Ελληνες συμβιώνουν αρμονικά με τους Τούρκους αποδεικνύεται και από τα λεγόμενα της κυρίας Σάμογλου. Είναι χαρακτηριστική η απάντηση της για το αν οι διαθέσεις των Τούρκων απέναντί στους Ελληνες αλλάζει όταν οι σχέσεις των δύο κρατών χαρακτηρίζονται από ένταση: «Αν άλλαζε η αντιμετώπιση των Τούρκων κάθε φορά που τα δύο κράτη αντιμετώπιζαν προβλήματα στις σχέσεις τους, δεν θα ήμασταν εδώ σήμερα. Καθόλου δεν αλλάζει η συμπεριφορά των Τούρκων. Αυτή η πόλη είχε πάντα πολλούς ξένους, όπως και σήμερα άλλωστε, και έχει μάθει να ζει με το διαφορετικό. Εχω ακούσει ιστορίες που μιλούν για Τούρκους που έκρυψαν Ελληνες στα σπίτια τους στα πολύ δύσκολα χρόνια. Μας αγαπούν και το ξέρουμε καλά. Και ξέρετε, οι Τούρκοι αγαπούν πολύ την Ελλάδα».
O μεγάλος…καημός; «Ο γιός μου δεν μιλάει σχεδόν καθόλου Ελληνικά. Θα έλεγα ότι αυτό είναι ο καημός μου. Όμως…τον λένε Νίκο».
***Eυχαριστούμε την Ελληνίδα πρόξενο στη Σμύρνη κυρία Σκολαρίκου. Η βοήθειά της στην πραγματοποίηση της συνέντευξης ήταν πολύ σημαντική.
ΣΧΟΛΙΑΣΤΕ: