«Πρώτα απ' όλα θέλουμε να αποκατασταθεί ο κοινωνικός χαρακτήρας της ασφάλισης, μια και η καταδίκη από το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο βασίστηκε στο γεγονός ότι το σύστημά μας κρίθηκε ως επαγγελματικό. Αν δεν γίνει αυτό, η Κομισιόν μπορεί να παρέμβει και πάλι σε ανύποπτο χρόνο.
Στη συνέχεια, θα μπορούσαν να αρθούν οι διαχωρισμοί ανδρών και γυναικών. Να υπάρξει μια ενιαία κλίμακα με κοινό όριο συνταξιοδότησης για όλους τους εργαζόμενους στο Δημόσιο χωρίς διαχωρισμούς με βάση το φύλο ή την αρχική ημερομηνία ασφάλισης (πριν το '92 κ.λπ.). Πρέπει βέβαια να υπάρξει μεταβατικό στάδιο, για να μη θιγούν όσοι βρίσκονται κοντά στη συνταξιοδότηση», υπογράμμισε ο πρόεδρος της ΑΔΕΔΥ.
Απαντώντας σε ερώτηση για τις επιπτώσεις στους μισθούς των δημοσίων υπαλλήλων από τα πρόσφατα κυβερνητικά μέτρα, ο κ. Παπασπύρος, τόνισε πως οι χαμηλόμισθοι, ενώ οι υψηλόμισθοι, περίπου 40.000 άτομα, θα κληθούν να θυσιάσουν έως και δύο μισθούς αν ληφθεί υπόψη και η κατάργηση της αυτοτελούς φορολόγησης.
Αναφερόμενος στην πιθανότητα άρσης της μονιμότητας και το ενδεχόμενο ενεργοποίησης της σχετικής συνταγματικής διάταξης, δήλωσε :
«Ο αντιπρόεδρος της κυβέρνησης υπενθύμισε διάταξη του συντάγματος η οποία προβλέπει ότι, σε περίπτωση κατάργησης οργανικής θέσης, μπορεί να απολυθεί δημόσιος υπάλληλος. Αυτό δεν έχει εφαρμοστεί ποτέ, παρά τις συγχωνεύσεις και αναδιαρθρώσεις που έγιναν. Σε αντίστοιχες περιπτώσεις, χρησιμοποιήθηκε η διαδικασία των μετατάξεων. Είναι όμως προφανές ότι ο τρόπος με τον οποίο τέθηκε θέμα δείχνει ότι μπορούν να υπάρξουν θύματα απολύσεων.
Είναι θέμα πολιτικής επιλογής: αν, με την κατάργηση των οργανικών θέσεων, θα απομακρύνει το προσωπικό ή αν θα το μετατάξει σε άλλη υπηρεσία. Αν όμως οδηγηθούμε σε απολύσεις, αυτό θα αφορά και την κοινωνία, καθώς θα υποβαθμιστούν συγκεκριμένες υπηρεσίες. Κι όχι μόνον αυτό. Παρουσιάζεται ως πρόβλημα η μονιμότητα, ενώ το ζήτημα είναι ότι καταστρατηγήθηκε το περιεχόμενό της λόγω των πελατειακών πρακτικών που κυριάρχησαν».
Ακόμη, ο κ. Παπασπύρος υποστήριξε πως «σε περίοδο κρίσης είναι αδιανότητο να συζητούμε για περικοπές θέσεων. Το αντίθετο πρέπει να συμβαίνει. Να ομιλούμε για σύστημα ικανό να απορροφήσει νέους, γυναίκες και ανέργους».
«Οποιαδήποτε πολιτική μειώνει την αγοραστική δύναμη των χαμηλών και μεσαίων εισοδημάτων δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή. Θα συμφωνούσαμε αν είχαμε ένα δομημένο εθνικό σχέδιο στηριγμένο στην αρχή της δικαιοσύνης και σε μέτρα που θα έπρεπε να στηρίξουμε όλοι με αναλογικό τρόπο. Προφανώς, σε ένα τέτοιο πλαίσιο, η συμβολή του καθενός πρέπει να θεωρείται δεδομένη.
Θα δεχόμασταν ακόμη και να καταβάλλουμε επιπλέον χρήματα τα οποία στη συνέχεια θα επιστρέφονταν, για παράδειγμα το 2012 ή το 2013, μέσω της εφορίας. Θα μπορούσαν επίσης να αποτελέσουν μέτρα στήριξης του Ταμείου Πρόνοιας το οποίο αντιμετωπίζει άνοιγμα 700 εκατ. ευρώ. Κάτι αντίστοιχο έγινε και στην Ιρλανδία. Αν όμως δεν υπάρχει τέτοια δέσμευση και προοπτική, δεν μπορείς να συζητήσεις παρόμοιες ή άλλες προτάσεις. Επίσης είναι σαφές ότι πριν κληθούν να πληρώσουν οι δημόσιοι υπάλληλοι, πρέπει να προηγηθούν όσοι συσσώρευσαν πλούτο την περίοδο της ανάπτυξης και όσοι κερδοσκοπούν ακόμη και την ώρα της κρίσης», υπογράμμισε.
Ο πρόεδρος της ΑΔΕΔΥ χαρακτήρισε «αιτία πολέμου» την κατάργηση του 14ου μισθού. «Μας ενδιαφέρει τα μέτρα να μην πάρουν μόνιμο χαρακτήρα. Ο 14ος μισθός έχει για εμάς χαρακτήρα casus belli. Ο,τι είναι προσωρινό έχεις την ελπίδα να το ανατρέψεις στο μέλλον. Ομως, η απώλεια του 14ου μισθού σημαίνει χάσιμο του πολέμου για την προστασία θεμελιωδών δικαιωμάτων και εμείς δεν πρόκειται να το δεχθούμε», δήλωσε χαρακτηριστικά.
Όσον αφορά στο ενιαίο μισθολόγιο, επεσήμανε πως η ΑΔΕΔΥ είναι έτοιμη να προχωρήσει στο νέο μισθολόγιο, αποδεχόμενη τις διεκδικήσεις του 2002, οπότε ζητούσε την την ενσωμάτωση των επιδομάτων στον βασικό μισθό ύψους 1.100 ευρώ. «Θέλουμε όμως και αξιοκρατική εξέλιξη. Δεν μπορεί εργαζόμενοι με τα ίδια προσόντα στο ίδιο γραφείο να έχουν διαφορά 1.000 ευρώ στις αποδοχές τους», συμπλήρωσε, υποστηρίζοντας πως με την πρόταση αυτή, θα μειωθεί το μισθολογικό κόστος σε τουλάχιστον 2.000.000 ευρώ.
Τέλος, όσον αφορά στα κοινά όρια στο Δημόσιο, ο κ. Παπασπύρος δήλωσε πως το μέσο πραγματικό όριο συνταξιοδότησης στο Δημόσιο ήταν στο 61ο έτος. «Όμως με τον νόμο Γιαννίτση αυξήθηκαν οι αιτήσεις συνταξιοδότησης κατά 55% και με τον νόμο Πετραλιά κατά 105%. Προκλήθηκε έτσι το κραχ στο Ταμείο Πρόνοιας αλλά και μείωση του πραγματικού ορίου συνταξιοδότησης στα 59 έτη.
Τουλάχιστον 50.000 γυναίκες που έχουν θεμελιώσει συνταξιοδοτικό δικαίωμα δεν θέλουν να το ασκήσουν. Ομως η Βαβέλ των ρυθμίσεων τις φοβίζει και τις οδηγεί στην έξοδο. Αν εξασφαλίσουν ότι θα μπορούν να συνταξιοδοτηθούν με τους ισχύοντες σήμερα όρους, δεν θα υπάρχει πρόβλημα», κατέληξε.
ΣΧΟΛΙΑΣΤΕ: