Κείμενο: Χρήστος Χατζηιωάννου
Η Βίσση έχει ένα φανατικό κοινό. Ανθρώπους που την ακολουθούν σε κάθε της βήμα και θα πέρναγαν καλά μαζί της σε οποιαδήποτε σκηνή.
Κάποιος ο οποίος όμως δεν είναι απαραίτητα Βισσικός, ίσως και να διστάζει να βρεθεί στο Rex.
Αυτός ακριβώς ο άνθρωπος είναι εκείνος ο οποίος βγαίνοντας από το Rex θα έχει ήδη στο μυαλό του την επόμενη φορά που θα ξαναπάει.
Μιλάμε για ένα πρόγραμμα που στέκεται ανεξάρτητο και διαφορετικό στη θάλασσα της κλασικής ελληνικής διασκέδασης.
Μιλάμε για ένα πάρτι καθ’ όλη του τη διάρκεια. Από τις πρώτες αναγνωριστικές και αμήχανες κινήσεις μέχρι να πιεις το πρώτο ποτό που θα έκανες και σε ένα πάρτι.
Με την Άννα Βίσση στη σκηνή από τις 12 να σε προδιαθέτει ότι αυτό που θα παρακολουθήσεις δεν είναι πρόγραμμα. Είναι ένα προσεκτικά στημένο θεατρικό το οποίο ξεκινά με μία βασική πρωταγωνίστρια και καταλήγει με αμέτρητους πρωταγωνιστές πάνω και κάτω από τη σκηνή.
Η Βίσση απόλυτα προσηλωμένη στο ρόλο της, με εντυπωσιακές εισόδους, μεταμφιέσεις και κουστούμια που όχι απλά δεν περιμένεις αλλά πολλές φορές σε κάνουν να παραξενεύεσαι που είσαι σε μια καρέκλα μπουζουκιού και όχι σε μικρό πολυθρονάκι θεάτρου.
Η καλλιτεχνική επιμέλεια και η σκηνοθεσία της Μυρτώς Κοντοβά έχει μεταμορφώσει ένα πρόγραμμα τραγουδιών σε μια μοναδική παράσταση, η οποία κάθε λίγο και λιγάκι σου δίνει και μια ακόμα αφορμή για να νιώσεις, να ενθουσιαστείς, να παραμυθιαστείς και να παρτάρεις.
Δεν μεγάλωσα με τα τραγούδια της Μαίρης Λίντα. Όπως και η μεγάλη πλειοψηφία εκείνων που βρίσκονται κάθε Παρασκευή και Σάββατο στο Rex. Αλλά η στιγμή που η Βίσση καλεί την Λίντα κοντά της για να τραγουδήσουν μαζί το «Λάμπω», σου βγάζει ένα τεράστιο respect.
Όχι απλά επειδή είναι μια μεγάλη καλλιτέχνης μπλα μπλα μπλα. Αλλά γιατί ανεβαίνει στη σκηνή, παίζει και χορεύει mambo με την όρεξη μιας άβγαλτης πρωταγωνίστριας που θεωρεί ότι έχει πράγματα να αποδείξει.
Και ενδιάμεσα στις δύο γυναικείες φωνές, οι Wedding Singers. Σε δύο δόσεις καθαρά χορευτικές. Όσοι τους έχουν ξαναδεί στα live ξέρουν ότι αυτή η ενέργεια και η όρεξη να πειραματιστούν με τη μουσική, με τραγούδια του παρελθόντος και ήχους του παρόντος, μόνο καλό αποτέλεσμα μπορεί να έχει.
Η μουσική των Wedding Singers όπως και οι στιγμές που οι υπέροχες ροκ φιγούρες των μουσικών της Βίσση έρχονται στο προσκήνιο βρίσκονται εκεί για να σπάσουν λίγο το παραμύθι της σταχτοπούτας Άννας αλλά ταυτόχρονα και για να το συνδέσουν μαεστρικά σε μια πολύ ροκ, μοντέρνα και απρόβλεπτη ματιά σε ένα πρόγραμμα το οποίο θεωρούσα κι εγώ ότι θα είναι αναμενόμενο – εξάλλου μιλάμε για την ίδια Άννα Βίσση που ξέρουμε τόσα χρόνια - αλλά με διέψευσε πανηγυρικά.
Τα τελευταία χρόνια ένιωθες στον κόσμο που έβλεπες να στοιβάζεται στα σχήματα και τα προγράμματα να θέλει να φωνάξει ένα τεράστιο «Βαρέθηκα» σε όλους εκείνους που θεωρούν ότι το να κάνεις ένα καλό πρόγραμμα σημαίνει να βάλεις 3 ονόματα στη σκηνή και μια οθόνη με visual effects.
Το κοινό που περνάει καλά μόνο με αυτά έχει ακόμα αρκετά μέρη για να διασκεδάσει. Η πλειοψηφία όμως του κόσμου απαιτεί πλέον από τη διασκέδασή του το κάτι παραπάνω. Να μπαίνει σε ένα μαγαζί, να δίνει εκείνο το ποσό που έχει φυλάξει για να περάσει καλά και να μην νιώθει ότι τον έχουν κοροϊδέψει.
Στο Rex, η Άννα Βίσση κατάφερε να μαζέψει μια ομάδα πολύ αξιόλογων συντελεστών και να δημιουργήσουν ένα βράδυ για να θυμάσαι. Με αισθητική, ιδιαιτερότητα, πρωτοτυπία και χρώμα. Ώστε κάθε ένας από αυτούς που φεύγουν από το Rex, να νιώθει ότι πέρασε ένα βράδυ στο οποίο πραγματικά διασκέδασε.
Και όσο κι αν μπορεί να στεναχωρηθεί ο εκάστοτε μπουζουκόβιος, το πρόγραμμα αυτό ξεφεύγει από τα καθιερωμένα. Και καλά θα κάνει να το συνηθίσει. Γιατί εμείς τέτοια βράδια θέλουμε να περνάμε. Υπέροχα πρωτότυπα και διασκεδαστικά.
ΣΧΟΛΙΑΣΤΕ: