Παρασκευή 29 Δεκεμβρίου 2000: ένα Boeing 747 ταξιδεύει από Λονδίνο προς το Ναϊρόμπι της Κένυα. Μέσα βρίσκεται σύσσωμη η υψηλή οικογένεια Ferry: ο πατέρας Βryan, η σύζυγος Lucy και τρία από τα τέσσερα παιδιά τους. Μαζί τους βρίσκεται όμως κι ένας τρελαμένος αεροπειρατής που στα 10.000 πόδια καταλαμβάνει το αεροπλάνο κι απειλεί να το τινάξει στον αέρα. Η γυναίκα και τα παιδιά του οδύρονται, οι υπόλοιποι επιβάτες προσεύχονται σε όποιον θεό πιστεύουν και ο Bryan κάθεται ατάραχος παρακολουθώντας την σκηνή και αναλογιζόμενος, όπως δήλωσε σε μια συνέντευξη του «Το αεροπλάνο θα πέσει. Γαμώτο! Δεν έχω τελειώσει όλα τα κομμάτια του νέου μου δίσκου!».
Κυρίες και Κύριοι, ο Βryan Ferry.
Η επιτομή του βρετανικού coolness.
Και κάτι παραπάνω όμως: μια φωνή που ευθύνεται όσο καμία άλλη τα τελευταία τριάντα χρόνια για την αύξηση στις εγκυμοσύνες σε κάθε γωνιά του πλανήτη που έφτασαν οι δίσκοι του.
Θεωρείται κατά πολλούς η δεύτερη μεγαλύτερη λευκή προσωπικότητα της Μουσικής του Εικοστού Αιώνα μετά τον Φρανκ Σινάτρα. Κι όχι μόνο ελέω φωνής. Ζήτημα στυλ βλέπετε…
Ο Ferry μοιράζεται με τον Ol’ Blue Eyes ένα κοινό πάθος όσον αφορά τις ενδυματολογικές τους επιλογές: κοστούμια, κατά προτίμηση Dolce Gabbana και Versace, ηδυπαθές βλέμμα αλλά και κωλοπαιδισμός σε ισόποσες δόσεις, απύθμενος ναρκισσισμός και κυρίως ένα τραγουδιστικό ύφος που μπορούσε να κάνει ακόμη και τον πιο σφιχτό κορσέ να χαλαρώσει και να πέσει οικειοθελώς στο πάτωμα.
Σε αντίθεση με τον Frankie όμως, ο Bryan ακόμη και σήμερα δεν έχει χάσει ίχνος της γοητείας του και η φωνή του, όπως το αγαπημένο του Beaujolais, κάθε χρόνος που περνάει ακούγεται ολοένα και καλύτερη, ολοένα και πιο μεστή.
Θέλετε παράδειγμα; Ακούστε την εκτέλεση του “September Song” του Kurt Weill από τον δίσκο του As Time Goes By. Αν δεν σας φέρει από τα πρώτα κιόλας δευτερόλεπτα μια ανατριχίλα στην σπονδυλική σας στήλη, μάλλον έχετε να κάνετε πολύ δρόμο ακόμη μέχρι να ξεκολλήσετε από το «Songs For Swinging Lovers» του Sinatra.
Ο 64χρονος πάλαι ποτέ τραγουδιστής των Roxy Music ποτέ του όμως δεν κατηγορήθηκε για μισογυνισμό, όπως ο Φρανκ, αλλά ανέκαθεν εθεωρείτο ως –όπως το είχε θέσει ένας έτερος μέγας γυναικάς, ο Leonard Cohen– “A Ladie’s Man”.
Ίσως αυτό να οφείλεται εν μέρει και στις σπουδές Ιστορίας Τέχνης που έκανε στο Πανεπιστήμιο του Newcastle. Όντας ένας εκ των μεγαλύτερους συλλέκτες έργων τέχνης στην Γηραιά Αλβιόνα, το σπίτι του είναι γεμάτο με αντικείμενα Βικτοριανής Εποχής και Τεχνοτροπίας.
Η εμμονές του με οτιδήποτε ρετρό κρατάει από παλιά, από τις εποχές που πλακωνόταν στο ξύλο με τον Brian Eno στους Roxy Music σχετικά με το ποια κατεύθυνση πρέπει να ακολουθήσει η μουσική τους.
Γι’ αυτό άλλωστε έφτασε κάποια στιγμή που είπε «ως εδώ! τα παρατάω!» κι ακολούθησε σόλο καριέρα, εγκαινιάζοντας το μοντέλο τραγουδιστή γνωστό κι ως Mr Handsome Bastard, μια βέβηλη επιμειξία Humphrey Bogart και Bing Crosby, που τον καθιέρωσε ως τον κλασικότερο μ. Σ. (μετά Σινάτρα) crooner.
Η εικόνα του δανδή ροκ σταρ, σε συνδυασμό με την παιδεία και την πνευματική του καλλιέργεια, τον έκανε ασφαλώς περιζήτητο σε πολλά γυναικεία κρεβάτια: από την αγκαλιά του Νο1 μοντέλου της εποχής εκείνης, της Τζέρι Χολ, η οποία τελικά τον παράτησε για ένα ακόμη μεγαλύτερο κωλόπαιδο, τον Μικ Τζάγκερ, πέρασε σε αυτή της Μέριλιν Κόουλ, του μοντέλου που πόζαρε για το εξώφυλλο του δίσκου Stranded των Roxy Music το 1973.
Κι από το κρεβάτι του -αμφίβολης σεξουαλικής ταυτότητας– μοντέλου και πρώην ερωμένης του Σαλβαδόρ Νταλί, Αμάντα Λιρ που κοσμούσε το εξώφυλλο του For Your Pleasure, στην πανέμορφη Λούσι Χέλμορ, γόνο αριστοκρατικής αγγλικής οικογένειας, που πόζαρε στο εξώφυλλο του τελευταίου δίσκου των Roxy Music με τίτλο Avalon και η οποία τον έμπασε στα μεγάλα σαλόνια που υπηρετούσε μέχρι τότε μόνο με την μουσική του.
Μετά από 27 χρόνια γάμου ζούνε με τα τέσσερα παιδιά τους στο σπίτι τους στο Kensington. Η εργένικη ζωή του έλαβε τέλος νωρίς, αλλά ποτέ του δεν σταμάτησε διαμέσου των τραγουδιών του να την υμνεί με κάθε τρόπο, ακόμη κι όταν μερικές μέρες ξεχνιέται από τις συζυγικές και οικογενειακές του υποχρεώσεις και ξημεροβραδιάζεται σε ένα γήπεδο τένις.
Σε ένα πρόσφατο γκάλοπ που έγινε στην Μεγάλη Βρετανία σχετικά με τον πιο καλοντυμένο Άγγλο, δεύτερος μετά τον Ferry ανακηρύχθηκε ο Robbie Williams.
Οι ιστορίες που πλανώνται γύρω από το πρόσωπο του είναι πολλές. Αυτές γύρω από το υπογάστριο του ακόμη περισσότερες.
Οι φήμες λένε για έναν 29χρονο που μέσα σε δέκα χρόνια, από την εποχή δηλαδή που βρέθηκε μέσω ενός διαγωνισμού ταλέντων να τραγουδάει για ένα από τα δημοφιλέστερα boy bands της Αγγλίας, τους Take That, μέχρι σήμερα να έχει κουτουπώσει σχεδόν τον μισό γυναικείο πληθυσμό του Νησιού.
Το ανέκδοτο που κυκλοφορεί γι’ αυτόν θυμίζει εκείνο το παλιό που λέγανε και για τον Μπιλ Κλίντον: «Ρώτησαν 1000 Αγγλίδες αν θα πήγαιναν με τον Ρόμπι για μια νύχτα. Το 82% απάντησε “όχι ξανά”».
Έχει ανοίξει παρτίδες με την Ντονατέλα Βερσάτσε, την Queen Bitch της Παγκόσμιας Μόδας, όχι τόσο επειδή τον «μαγνήτισε η προσωπικότητα της», όπως δήλωσε, αλλά μάλλον για να έχει πρόσβαση backstage στα δωμάτια των μοντέλων.
Ρουθούνια καμένα από την κόκα μαζί με την φίλη του και πρώην Ginger Spice, Geri Halliwell και φήμες για όργια στην Αγγλική ύπαιθρο μαζί με πάσης φύσεως δίποδα ή τετράποδα συνέθεταν το προφίλ του Robbie Hansome.
Η μητέρα του, κοινωνική λειτουργός η ίδια, κατάφερε να τον βγάλει από το τριπάκι της κοκαΐνης. Για χάρη της έγραψε το 'One Of God's Better People', αρχίζοντας σιγά σιγά να χτίζει την εικόνα του καλού παιδιού κι όχι μόνο του κωλόπαιδου που το μόνο που ήξερε να κάνει είναι να φωτογραφίζεται με ανοιχτό το στόμα μασώντας πίτσα, να κατουράει μέσα σε σιντριβάνια και να κάνει εμετό μετά από 7ωρη τεκιλοποσία.
Αλλά όλα αυτά μέχρι το 2001, που ξαφνικά με μια πανέξυπνη κίνηση Μάρκετινγκ μπήκε μετά Βαΐων και κλάδων όχι μόνο στις καρδιές των 20χρονων κορασίδων, αλλά και στις αντίστοιχες των μανάδων τους χάρη σε εκείνο το ντουέτο του με την Νικόλ Κιντμαν στο Somethin Stupid.
“Είναι τόσο έξυπνος και κάνει τόσο ωραία αστεία και με κάνει να γελάω συνέχεια. Θα χτυπήσω ένα τατουάζ στο σώμα μου με το πρόσωπο του», είχε πει η Κιντμαν λίγο μετά την κυκλοφορία του δίσκου «Swing When You’re Winning», ένα άλμπουμ γεμάτο με lounge standards από τις δεκαετίες που ακόμη και οι ίδιοι οι γονείς του ήταν ακόμη αγέννητοι.
Μπορεί να τρέφεται με αμέτρητες ποσότητες sushi και sashimi, η γκαρνταρόμπα του αποτελείται κατά ένα ποσοστό της τάξεως 99% από Dolce Gabbana κοστούμια –το υπόλοιπο 1% είναι ένα χαρισμένο Versace από την Ντονατέλα- και το σπίτι του στο Λος Άντζελες μπορεί άνετα να χρησιμοποιηθεί για γήπεδο Αμερικανικού ποδοσφαίρου με τα 500 και πλέον τ.μ. που αριθμεί.
Παράξενο για έναν τύπο που είχε δηλώσει σε ανύποπτη στιγμή θαυμαστής των Trabant, των Ανατολικογερμανικών αυτοκινήτων που μετέτρεψαν σε φετίχ οι U2 στο βιντεοκλίπ του One. Το λιγότερο που θα περιμέναμε από αυτόν θα ήταν μια Aston Martin σαν αυτή που οδηγούσε στο βιντεοκλίπ του τραγουδιού του Millenium.
Το μόνο νεοπλουτίστικο χόμπι που έχει κολλήσει από την παραμονή του στην Πόλη Των Αγγέλων είναι το γκολφ, το οποίο εξασκεί όποτε ξεκλέβει χρόνο από τις ηχογραφήσεις και τις περιοδείες του.
Α, και τα αγαπημένα του σκυλιά, δυο Rodesian Ridgebacks, που τα έφερε από ένα ταξίδι του στην Αφρική.
Κοιτώντας πίσω, λέει σήμερα με την εμπειρία των δεκαπέντε χρόνων του στη σόουμπιζ: «Το χειρότερο που μπορεί να κάνει κάποιος μέσα σε αυτό το χώρο είναι να υιοθετήσει την εικόνα του uncool. Αν είσαι cool, πάει καλά, αν όμως προσπαθείς να το παίξεις, τα χαρτιά θα γυρίσουν εναντίον σου. Η ειλικρίνεια που όλοι προφασίζονται μπορεί να είναι κλισέ αλλά είναι δυστυχώς αλήθεια», καταλήγει το μέχρι πρότινος Νο1 Εξαγώγιμο Προϊόν της Βρετανίας.
Ο Ντέιβιντ Μπάουι από την άλλη πλευρά είναι από μόνος του μια Εξαίρεση πάνω σε δυο πόδια: από την στιγμή που ανακάλυψε τα λαμέ κοστούμια, τις ακριβές Burberrys γραβάτες και τα Χρύσα μανικετόκουμπα, από τότε άρχισε το δημιουργικό του ναδίρ, με μια αντίστροφη μέτρηση σαν κι αυτή που ακούγεται στο Space Oddity, μια από τις καλύτερες μουσικές του παρακαταθήκες.
Από το διετές φλερτ του με τη soul στο Young Americans του 1975 πέρασε στον Λευκό Λεπτό Δούκα που μνημονεύεται στους στίχους του Station To Station κι από εκεί στο σελιλόιντ, προσπαθώντας να δομήσει σιγά αλλά σταθερά μια εικόνα εφάμιλλη του «Dandy Ferry».
Στη δεκαετία του ’80 παρόλο που η μουσική του συνεισφορά είχε πάρει την κατιούσα, ο ρόλος του διαφημιστή Vendice Partners στην ταινία Absolute Beginners που προσέγγιζε την ζωή των mods της Βρετανίας κατά τη διάρκεια του ‘60 και η διασκευή του στο ιταλικό standard Volare συντήρησαν την εικόνα του ροκ σταρ που περισσότερο τον ενδιαφέρει η εικόνα του παρά η ουσία της δουλειάς του (άλλωστε δεν είχε και τίποτα να αποδείξει πια, ό,τι είχε πει, το είχε πει με τον καλύτερο τρόπο στα Seventies).
«Πολλά πράγματα στη δεκαετία του ’80 ήταν εντελώς χλιαρά. Ακόμη και η μουσική. Κι εγώ δουλεύω καλύτερα όταν υπάρχει ανταγωνισμός. Απλά έπρεπε να προσπαθήσω πολύ μέχρι να ισορροπήσω και να αποφασίσω που να πάω: από την μεριά της Τέχνης ή από την μεριά του Εμπορίου;».
Απόλυτα μελετημένες κινήσεις όπως η συμμετοχή του στον Τελευταίο Πειρασμό του Σκορτσέζε, υποδυόμενος τον Πόντιο Πιλάτο, απλά του άνοιξαν τις πόρτες στα VIP σαλόνια του Χόλιγουντ και τον έφεραν κοντά με την σημερινή του γυναίκα Ιμάν, ένα πανέμορφο μοντέλο από την Σομαλία.
Το 1989 ήταν το Έτος Της Σημειολογίας για τον Χαμαιλέοντα της Ροκ: διασκευάζει το «Working Class Hero» του Lennon αλλά ο ίδιος και η συνοδευτική του μπάντα, οι Tin Machine, πόζαραν ενδεδυμένοι με στυλιζαρισμένα μαύρα κοστούμια, λευκά πουκαμισά και ασορτί γραβάτες διατρανώνοντας τον μινιμαλισμό σε όλο του το μεγαλείο αλλά και μια μικρή δόση ειρωνείας απέναντι σε όλους όσοι κατέκριναν τις προσπάθειες του να διατηρηθεί με τον έναν ή τον άλλον τρόπο στην επικαιρότητα.
Στόχος του πανέξυπνου, με μετρημένο δείκτη νοημοσύνης άνω του 140, Μπάουι ήταν η εισβολή του σε πιο adult oriented ακροατήρια. Ήθελε πάση θυσία να απεμπολήσει τον ετικέτα «πρώην party animal και πρεζάκι» και να γίνει δεκτός από την Κοινωνία των Tuxedo. Τα κατάφερε και μάλιστα με τον μικρότερο δυνατό κόστος και κόπο.
Συναναστρεφόμενος μεν με όλο το jet set και στις δυο όχθες του Ατλαντικού, με όλη εκείνη την έμφυτη φινέτσα που διακρίνει τον χαρακτήρα του αλλά ταυτόχρονα μιλώντας ακόμη και σήμερα για όλα τα προβλήματα που ταλανίζουν τον εικοσάρη, τον τριαντάρη και τον σαραντάρη του οπαδό.
Στα μέσα της δεκαετίας του ’90 η πηγαία και ειλικρινής ενασχόληση του με την Τέχνη τον έφερε στο δημιουργικό εκείνο σημείο του να σχεδιάσει υφάσματα για την φίρμα Laura Ashley και να συμμετάσχει σε μια ομαδική έκθεση ζωγραφικής –δεινός ζωγράφος ων ο ίδιος, καλύτερος ακόμη κι από την Joni Mitchell- με σκοπό την οικονομική ανακούφιση των πληγέντων από τον Πόλεμο στη Βοσνία.
Για τις δραστηριότητες του αυτές τιμήθηκε με το Μετάλλιο του Ιππότη των Γραμμάτων και των Τεχνών από την Γαλλική Κυβέρνηση. Όχι, δεν προβάλλει την εικόνα ούτε του ζάπλουτου pater familia (παρόλο που θα μπορούσε να το κάνει και κανείς δεν θα τον κατηγορούσε), ούτε την κατ’ επίφαση περσόνα ενός αειθαλούς τζόβενου που μπορεί ακόμη και σήμερα στα 56 του να τρέχει πάνω κάτω στη σκηνή με ένα γνήσιο teenage angst όπως έκανε στα ένδοξα χρόνια του Ziggy Stardust.
Πριν λίγες μέρες τον παρακολούθησα live στο Wembley του Λονδίνου στα πλαίσια της περιοδείας του νέου του δίσκου Reality. Συνεχίζει να συμπεριφέρεται όπως κάθε ροκ σταρ που σέβεται τον εαυτό του, δηλαδή ως ένας αθεράπευτος ελιτιστής, σε σημείο που δεν μπορούσες να καταλάβεις τι ακριβώς είναι αυτό το πλάσμα πάνω στη σκηνή.
Ένας τραγουδιστής με ένδοξο παρελθόν; Μια κομψή φιγούρα με ένα άκρως ενδιαφέρον παρόν; Ή μήπως ένας sixtysomething τυπικός Άγγλος που ακόμη δεν έχει βιώσει πάνω του την Κρίση της Μέσης Ηλικίας και έχει μπροστά του ένα λαμπρό μέλλον; Μάλλον και τα τρία ισχύουν στον ίδιο βαθμό…
Ο 61χρονος Μπίλι Τζόελ, αντίθετα, πέρασε δια πυρός και σιδήρου: πριν λίγο καιρό πήρε εξιτήριο από μια Κλινική Αποτοξίνωσης από το αλκοόλ στο Κονέκτικατ.
Αιτία της εξάρτησης; Ο χωρισμός από την γυναίκα του, πάλαι ποτέ μοντέλο Christie Brinkley. Ανέκαθεν ο Billy Joel είχε μια έφεση στα μοντέλα ή της αθλήτριες τις οποίες συνήθως γνώριζε σε γήπεδα που εξασκούσε το αγαπημένο του σπορ, το τένις. Δεν είναι τυχαίο ότι το βιντεοκλίπ ενός από τα πιο γνωστά του τραγούδια, του Uptown Girl, διαδραματίζεται σε ένα γήπεδο του τένις.
Προερχόμενος από μια φτωχή οικογένεια του Μπρονξ της Νέας Υόρκης, γαλουχήθηκε με δίσκους κλασικής μουσικής και σπούδασε κλασικό πιάνο αλλά έπρεπε να περιμένει μέχρι το 1977 ώστε να κάνει το μεγάλο breakthrough με το άλμπουμ του The Stranger, το άλμπουμ με τις περισσότερες πωλήσεις στην ιστορία της Columbia Records μέχρι το 1985.
Υιοθετώντας την εικόνα του ευαίσθητου συναισθηματικού πιανίστα και γράφοντας σχεδόν αποκλειστικά μπαλάντες, απέκτησε το προσωνύμιο «Ο Αμερικανός Έλτον Τζον» έστω και χωρίς τη ρετσινιά του γκέι που είχαν κολλήσει στον Άγγλο συνάδελφο του.
Επέλεγε σχεδόν αποκλειστικά να παίζει σε χαμηλόφωτα τζαζ κλαμπ του Μεγάλου Μήλου, σαν εκείνα που συχνάζει ο Γούντι Αλεν στις ταινίες του και μεταξύ των δικών του κομματιών να παίζει τζαζ κομμάτια προηγούμενων δεκαετιών πάντα ντυμένος στην τρίχα και κάνοντας scanning στον περιβάλλοντα χώρο με το βλέμμα του προσπαθώντας να διασταυρώσει ματιές με όμορφους θαμώνες του αντίθετου φύλου.
Μετά το πέρας των παραστάσεων του δεκάδες γυναίκες συνέρεαν στα καμαρίνια με σκοπό να τον δουν από κοντά. Έτσι περίπου έγινε και με την Christie, την οποία γνώρισε σε ένα στούντιο ηχογράφησης την ώρα που ηχογραφούσε το αγαπημένο του «Strange Fruit» της Lady Day.
Όντας ο πρώτος Δυτικός καλλιτέχνης που έπαιξε στην Κομμουνιστική Σοβιετική Ένωση το 1987, λίγα χρόνια μετά ηχογράφησε μια σειρά τραγουδιών από τις δεκαετίες του ’30 και του ’40 και ένα από αυτά, το "In A Sentimental Mood", συμπεριλήφθηκε στο soundtrack της ταινίας "A League of Their Own."
Το 1995 κατάφερε να κάνει το όνειρό του πραγματικότητα και να ιδρύσει την Long Island Boat Company, την δική του εταιρεία κατασκευής κι ενοικίασης μικρών σκαφών ώστε να μπορεί να απολαμβάνει τα αγαπημένα του ηλιοβασιλέματα μαζί με την 28άχρονη κόρη του Αλεξάνδρα «Το αγαπημένο μου μέρος για να κάτσω να απολαύσω τον ήλιο να πέφτει είναι ένας κολπίσκος έξω από το Long Island. Οι ακτίνες πέφτουν με τόση γαλήνη πάνω στα νερά και μπορώ να κάθομαι εκεί για ώρες».
Το μόνο που του λείπει για να συμπληρωθεί το σκηνικό είναι η κατάλληλη γυναικεία συντροφιά μαζί με ένα πιάνο.
O Robert Palmer ευθύνεται για τρία από τα πιο χαρακτηριστικά βιντεοκλίπ της δεκαετίας του ’80, τα Addicted to Love, I Didn't Mean to Turn You On και Simply Irresistible αποδείχτηκαν στην πορεία cult κομμάτια εικονογραφίας με εκείνα τα κοντοκουρεμένα μοντέλα με έντονο μεϊκάπ και μαύρες μίνι κολλητές φούστες να κρατάνε κιθάρες και μπάσα σε ένα εντελώς μπλαζέ ύφος κοιτώντας την κάμερα σαν υπνωτισμένες την ώρα που ο πιο γνωστός σύγχρονος calypso guy επεδείκνυε τη συλλογή κουστουμιών του.
«Με έβαλαν σε ένα στούντιο να τραγουδάω μπροστά σε ένα μπλε άδειο σκηνικό. Οι κοπέλες μπήκαν μετά στο βίντεο και εγώ δυστυχώς δεν γνώρισα καμία από αυτές», θα πει λίγα χρόνια μετά σε μια συνέντευξη του ο Άγγλος που κάποτε προβλήθηκε ως ο επικρατέστερος διάδοχος του Χάρι Μπελαφόντε.
Όσα χρήματα έβγαζε, τα προωθούσε την επόμενη κιόλας βδομάδα στα πιο ακριβά μαγαζιά της Bond Street στο Λονδίνο και της Γενεύης, όπου ζούσε τα τελευταία 16 χρόνια.
Αυτή η εικόνα και η αίσθηση του suave look τον απασχολούσε πολύ περισσότερο από την κλασική sex and drugs and rock n roll κοσμοθεωρίας του επαγγέλματος του.
«Αγαπάω την μουσική, αλλά ο τρόπος ζωής των ροκ σταρ δεν με απασχολεί καθόλου. Δεν βρίσκω τον λόγο γιατί να εκτίθεμαι μπροστά σε τόσες χιλιάδες κόσμο και να μην μπορώ να συγκρατήσω τις οποίες αδυναμίες του χαρακτήρα μου. Προσπαθώ πάντα να έχω μια θετική διάθεση απέναντι στο κοινό που ακούει τους δίσκους μου. Αν αυτή η στάση προϋποθέτει ορισμένες φορές να είμαι εκτός μόδας και να γίνομαι συναισθηματικός, οκ, μπορώ να ζήσω με αυτήν την προοπτική», είχε πει πριν λίγα χρόνια σε μια συνέντευξη του ο Palmer.
Κατά τη διάρκεια της δεκαετίας του ’70, οπότε και ξεκίνησε την καριέρα του παίζοντας σε μπάντες όπως οι Vinegar Joe, κατόρθωσε να επιβληθεί ως ένας χαρισματικός περφόρμερ με πλήρη επίγνωση της σεξουαλικότητας και της ακτινοβολίας που εξέπεμπε η σκηνική του παρουσία, την οποία έτρεφε καθημερινά διαμέσου ενός ρεπερτορίου που κυμαινόταν από το lounge μέχρι το crooner του Σινάτρα, από το soul των ’60 (μια από τις μεγάλες του επιτυχίες ήταν η διασκευή του στο κομμάτι "Pressure Drop" των Toots and the Maytals') μέχρι την ηλεκτρονική (η αντίστοιχη διασκευή του στο "I Dream of Wires" του Gary Numan) κι από το Rat Pack style του "Some Guys Have All the Luck" (που αργότερα διασκεύασε με μεγάλη επιτυχία κι ο Rod Stewart) μέχρι το Caribbean-flavored "Every Kinda People".
Οι αρχές της δεκαετίας του ’90 τον βρήκαν μπερδεμένο, να αναρωτιέται ποια κατεύθυνση πρέπει να πάρει, βλέποντας ότι η εποχή ζητάει περισσότερο grunge 20χρονα παιδιά με έντονα τα σημάδια της ακμής στο πρόσωπο τους παρά καλοντυμένους σαραντάρηδες που θεωρούνταν φλώροι. Δεν υπήρχε χώρος για στιλάτους bon vivants που διασκεύαζαν τραγούδια του Μεσοπολέμου.
Αποσύρθηκε στωικά στο σπίτι του στην Ελβετία μαζί με την γυναίκα του και τα παιδιά του κι αποχαιρέτησε μια για πάντα την Μουσική Βιομηχανία. Τον Σεπτέμβριο του 2002, κατά τη διάρκεια μιας εκδρομής του στη Γαλλική πρωτεύουσα έπαθε ένα οξύ καρδιακό επεισόδιο και πέθανε πριν καλά καλά συμπληρώσει τα 54 του χρόνια.
Υπάρχει πόλη που υπόσχεται να σε μαγέψει; Ναι! Το Salzburg θα σε εκπλήξει με την παραμυθένια ομορφιά του και θα σε κάνει να το θυμάσαι για πολύ καιρό ακριβώς όπως ήταν. Το σίγουρο είναι ένα. Η φύση στάθηκε πολύ γενναιόδωρη μαζί του...
ΣΧΟΛΙΑΣΤΕ: