Τα βασικά: Το Ντιτρόιτ τη δεκαετία του 2030 θα παραμένει κατά τα φαινόμενα η ίδια κακόμοιρη πόλη, όπου μεταξύ άλλων η τοπική βιομηχανία θα περιστρέφεται γύρω από τη διοργάνωση αγώνων μεταξύ ρομπότ.
Ένας ξεπεσμένος πυγμάχος προπονεί ένα τέτοιο ρομπότ μαζί με τον αποξενωμένο γιο του, με στόχο να κερδίσουν τον τίτλο που θα λύσει μαγικά τα πάσης φύσεως συναισθηματικά και κοινωνικά τους προβλήματα. Ναι, είναι αυτού του είδους η ταινία.
Η ταινία: Είναι υποσχόμενη η αρχή. Δηλαδή, σκέφτεσαι, πόσο στραβά μπορεί να πάει μια ταινία που ξεκινά με μια σκηνή όπου ένα ρομπότ βρίσκεται στην αρένα μαζί με έναν ταύρο και τον σαπίζει στο ξύλο; Ναι, ένα ρομπότ κι ένας ταύρος.
Μόνο που δυστυχώς τίποτα στη συνέχεια δεν στοχεύει στο high camp που θα έκανε μια τέτοιου είδους ιστορία απολαυστική ή έστω ανεκτή. Αντ’αυτού, εδώ θα βρεις τον ίδιο ζαχαρένιο συναισθηματισμό που περιμένεις όταν διαβάζεις μια σύνοψη τύπου “ξεπεσμένος μποξέρ επανενώνεται με τον αποξενωμένο γιο του και μαζί προπονούν ένα ρομπότ για τον μεγάλο αγώνα”.
Βασικά μισό λεπτό, ας σταθούμε λίγο στη λέξη ρομπότ. Δε νομίζω πως η ταινία καταφέρνει ποτέ να ξεπεράσει το γεγονός πως μέσα σε μια κατά τα άλλα εντελώς γνώριμη και γήινη ιστορία, πρέπει να εισάγει αυτούς τους τεράστιους τσίγκινους κουβάδες σε κάθε της σημείο.
Η λέξη ακούγεται έναν υπέρογκο αριθμό φορών στη διάρκεια της ταινίας, είναι απλά άβολο. Και ας μην πιάσουμε καλύτερα το πώς χρησιμοποιείται η έννοια με συμβολική σημασία.
Μάλλον όχι, ας το πιάσουμε κι αυτό: Το “Real Steel” είναι το είδος της ταινίας όπου θα ακούσεις μια φράση του στυλ “Δουλεύεις με ρομπότ τόσο πολύ καιρό, που έχεις γίνει κι εσύ ένα.” Με σοβαρό ύφος. Ξέρεις, το δραματικό, αυτό που ένα κολλημένο βούρκωμα στην άκρη του ματιού είναι έτοιμο να γίνει δάκρυ. Είναι απλά ξεκαρδιστικό.
Μακάρι να ήταν όλο αστείο, τουλάχιστον. Λίγο να κοιτάξεις την πλοκή, λίγο να δεις το τρέιλερ, ξέρεις ακριβώς τι θα δεις από την αρχή ως το τέλος. Ακριβώς όμως. Λίγο η ιστορία του “Rocky” με τον ξεπεσμένο μποξέρ που αναζητά την τελευταία, ηρωική επάνοδο.
Λίγο η ιστορία του “Terminator 2” με το παιδί και το πιστό του ρομπότ που είναι και κάτι παραπάνω. Λίγο η ιστορία του “Karate Kid” με μια τελική αφήγηση όπου τα πάντα κρέμονται πάνω σε έναν αγώνα υπό όλες τις πιθανές αντίξοες συνθήκες.
Και πολύς συμβατικός Spielberg, αυτός που συνεχίζει να κολλάει το όνομά του στις μισές παραγωγές του Hollywood αδιακρίτως, αυτός που ξεχνάει οτιδήποτε αιχμηρό έκανε ποτέ του για να ξεπετάει ιστορίες φτηνής οικογενειακής ζαχαρίνης. (Εκτός από το “Τεντέν”, αυτό ήταν πολύ καλό. Νά’ναι καλά οι ιστορίες του Herge.)
Στους ρόλους αυτής της οικογένειας, ο Hugh Jackman δείχνει αμήχανος μέσα σε όλη τη ρόμπο-δράση, η Evangeline Lilly δείχνει κι αυτή αμήχανη (αλλά πολύ όμορφη, κάτι είναι κι αυτό), και ο πιτσιρικάς Dakota Goyo, αν εξαιρέσεις ότι έχει όνομα πολιτείας των ΗΠΑ (ή κοριτσιού), κατά τα άλλα δεν τα πάει άσχημα.
Όταν λέμε δεν τα πάει άσχημα, εννοούμε ότι παραδίδει με χολιγουντιανού τύπου πειστικότητα ατάκες αφύσικα ώριμες για να ξεστομίζονται από 10χρονο παιδί. Ξέρεις, τις κλασικές συμβουλές τύπου “πρέπει επιτέλους να ξεπεράσεις το Τάδε που σε κρατάει πίσω και να μπορέσει να πας μπροστά, μπαμπά” που όποτε τις βλέπεις σε ταινίες κάνεις eye-roll και λες κάτι του στυλ “Μα τι έξυπνα και ώριμα που είναι όλα αυτά τα αμερικανάκια ρε παιδί μου”.
Μέσα στο όλο σχεδόν-σκοτεινό του πράγματος η δράση που στήνει ο Shawn Levy, σκηνοθέτης της “Νύχτας στο Μουσείο”, δεν φτάνει ποτέ να είναι όσο συναρπαστική υπόσχεται έστω η εναρκτήρια σκηνή. (Για να μην μιλήσουμε καν για την ιδέα ‘μάχες μεταξύ ρομπότ!’ που ακούγεται τουλάχιστον φανταστική.)
Καταλήγει να είναι κάπως σα να βλέπεις ένα πιτσιρικά να παίζει κάποιο βιντεοπαιχνίδι την ώρα που ο πατέρας του εκπληρώνει στο μυαλό του το όνειρό του να γίνει ένας ηρωικός Rocky.
(Το ότι πρόκειται για μια ακόμα ταινία του Levy που δεν είναι όσο συναρπαστική υπόσχεται η ιδέα της, δε μπορεί να είναι τυχαίο.)
Δεν είναι κακό που είναι προβλέψιμο σινεμά. Και δεδομένης της προβλεψιμότητας, κυλάει αρκετά ευχάριστα και αναίμακτα. Το κακό είναι που κάποια στιγμή αναρωτιέσαι ποιο ακριβώς είναι το νόημα. Κατά τα άλλα, καλή διασκέδαση.
ΣΧΟΛΙΑΣΤΕ: