Drive (2011)
του Nicolas Winding Refn
Με τους Ryan Gosling, Carey Mulligan, Bryan Cranston, Christina Hendricks, Albert Brooks, Ron Perlman
Τα βασικά: Χαρισματικός πίσω απ’το τιμόνι άντρας δουλεύει το πρωί ως οδηγός κασκαντέρ σε μεγάλες παραγωγές, αλλά το βράδυ οδηγάει το αυτοκίνητο της μεγάλης φυγής για ληστές τραπεζών. Μέχρι που γνωρίζει τη νέα του γειτόνισσα και για τα ωραία της μάτια μπλέκει σε ένα κόλπο απ’το οποίο δε λέει να ξεμπλέξει.
Όταν έκλαψε ο Δανός: Ο Ryan Gosling είχε σταμπάρει το σενάριο και κάλεσε τον Δανό σκηνοθέτη Nicolas Winding Refn σε επαγγελματικό ραντεβού για να το κουβεντιάσουν, με στόχο να τον προσλάβει για να το(ν) σκηνοθετήσει. Ο Gosling ήταν φαν παλιότερων δουλειών του (ο Refn έχει σκηνοθετήσει καλτ ταινίες σαν το “Bronson” ή την τριλογία “Pusher”), αλλά ο Refn είχε μόλις αποχωρήσει με άσχημο τρόπο από την πρώτη του χολιγουντιανή εμπειρία, που δεν απέφερε εν τέλει τίποτα. (“Δε με άφηναν να σκοτώσω τον Harrison Ford,” το παραπονό του για την ταινία που δε γύρισε ποτέ.)
Είναι λοιπόν οι δυο τους σε ένα άβολο ραντεβού, ο Refn χαπακωμένος γιατί είχε αρρωστήσει, η συνάντηση έχει πάει χάλια, ο Refn εν τέλει ζητάει από τον Gosling να τον γυρίσει στο δωμάτιό του, γιατί δεν οδηγάει (!). Σοκ ο Gosling. Στην αμήχανη, σαν από τέλος κακού ραντεβού, διαδρομή, ο Refn ακούει στο ράδιο πως παίζει το “I Can’t Fight This Feeling Anymore”. Ανεβάζει την ένταση, συγκινείται, του έρχονται διάφορα προσωπικά ζητήματα μαζεμένα, και ο άνθρωπος αρχίζει απλά να κλαίει.
Γυρνάει στον Gosling και του φωνάζει, “Ξέρω τι ταινία είναι το “Drive”!” Εκείνη τη στιγμή γεννήθηκε η καλύτερη ταινία του 2011.
Η καλύτερη; Ναι. Είναι τρομερή περιπέτεια, έχει φανταστικό soundtrack (το “Nightcall” των τίτλων αρχής δε θα θες να σταματήσεις να το ακούς) και καστ που είναι όλοι ένας κι ένας (εκτός του άπίθανου πρωταγωνιστικού ζεύγους έχεις έναν Ron “Hellboy” Perlman, τον Bryan Cranston του “Breaking Bad”, την Christina Hendricks του “Mad Men”, ποιον να πιάσεις και ποιον να αφήσεις). Ο Gosling στον πρωταγωνιστικό ρόλο δίνει την πιο καθηλωτική ερμηνεία που έχουμε δει τελευταία. Θα σε ανταμείψει σε κάθε επίπεδο. Τώρα συγχώρεσέ μας ένα ερωτικό γράμμα προς το φιλμ.

Ένα ερωτικό γράμμα προς το φιλμ: Θα έμπαινα στον πειρασμό να το περιγράψω φτηνιάρικα ως το “Bullitt” γυρισμένο στο Λος Άντζελες του Michael Mann, αλλά κάτι τέτοιο θα μείωνε τη δύναμη μιας ταινίας-κατάθεσης στη μαγεία του σινεμά.
Το “Drive” είναι σιωπηλό, σαν τον στιβαρό ήρωά του. Εκφράζεται μέσα από παρατεταμένα πλάνα πάνω στα πρόσωπα των πρωταγωνιστών-αρχετύπων του, στις άγριες διαδρομές τους, στα δειλά χαμόγελα, στα ερωτικά φορτισμένα τους αντίο. Στις υπαρξιακές ανάσες ενός ήρωα δίχως ταυτότητα, στην εικόνα ενός σκορπιού που φυσάει και ξεφυσάει καθώς παραδίδεται στη φύση του, στην οδοντογλυφίδα που στέκει με σταθερότητα στην άκρη του στόματος, σαν τσιγάρο στα χείλη ενός Bogart.
Το όχημα στα χέρια του ανώνυμου Οδηγού του Ryan Gosling, είναι κάτι παραπάνω από ένα μεταφορικό μέσο ή από ένα φετίχ. Είναι μέσα από τις διαδρομές του με αυτό που μαθαίνουμε ποιος είναι, τι τον συγκινεί, πώς ερωτεύεται, πώς μπλέκει άσχημα, πώς ξεκαθαρίζει τους λογαριασμούς του. Σπάνια το αντικείμενο σε μια ταινία αλληλοχαρακτηρίζεται τόσο άρρηκτα και απόλυτα με τον ήρωα που το χρησιμοποιεί.
Μέσα από αυτή την ανάπτυξη η ταινία κατορθώνει να είναι τα πάντα, όλα μαζί, μια απόλυτη σινεματική εμπειρία. Όταν το φανταστικό ‘80s soundtrack υπογραμμίζει το νυχτερινό Λος Άντζελες, σου μεταδίδει ταυτόχρονα όλη την αίσθηση που αποπνέει ο χαρακτήρας αλλά και το περιβάλλον στο οποίο ζει κι αναπνέει. Όταν ο Gosling και η -απόλυτα, αγιάτρευτα ερωτεύσιμη- Mulligan μοιράζονται δυο σκηνές (είναι αρκετές) η ταινία μπορεί να γίνει η πιο ρομαντική ιστορία που έχεις βιώσει. Όταν ο Οδηγός σου εξηγεί τους κανόνες του παιχνιδιού του, η ψυχή σου έρχεται στο στόμα και η αδρεναλίνη ανεβαίνει σαν να έβλεπες τις πιο θρυλικές στιγμές από κάποια παλιομοδίτικα αυθεντική σκηνή καταδίωξης του John Frankenheimer. Όταν το ψηφιδωτό αίματος και προδοσίας αρχίζει να γίνεται διακριτό, το “Drive” γίνεται η πιο ωμή έκρηξη βίας που θα περίμενες να δεις.
Όλα αυτά, είναι η ταινία -και ο Οδηγός- μαζί. Παλιομοδίτικο νουάρ, άγρια (ποτέ μα ποτέ καρτουνίστικη) βία, παραδοσιακό ρομάντζο, αγωνιώδης περιπέτεια καταδίωξης. Όλα έρχονται μαζί, κορυφώνονται, μπλέκονται μεταξύ τους με τρόπους τόσο φυσικούς και αδιόρατους που δεν μπορείς καν να τους αντιληφθείς καθώς παρακολουθείς, καθηλωμένος, ψυχικά αδειασμένος. Παραδομένος. Οι κινηματογραφικοί κώδικες των ειδών καταρρέουν και ξαναγεννιούνται ως ένα, ενιαίο, αδιαίρετο σινεμά.
Το “Drive” είναι τελικά, στην καρδιά της, μια ταινία για έναν άντρα που οδηγάει κι έτσι μπορεί και αισθάνεται. Και το εκφράζει ακούγοντας μουσική. Γυρνάνε όλα πίσω στο κλάμα του Refn, όταν συνέλαβε την ουσία του φιλμ. Μια απόλυτη εμπειρία ηχητικών και οπτικών σινιάλων που εντυπώνονται βαθιά, γίνονται κάτι σαν ένστικτο. Μέχρι να πέσουν οι τίτλοι τέλους νιώθουμε πως εμείς είμαστε αυτοί που οδηγάμε, που αισθανόμαστε, που εκφραζόμαστε με αυτή τη μουσική, τις εικόνες, τις λέξεις που δεν ειπώθηκαν ποτέ.
Πρόκειται για έναν αληθινό θρίαμβο του σινεμά, για αγνό ένστικτο, έρωτα, αδρεναλίνη, βία, ‘80s μαγεία: Αυτά τα στοιχεία, τίποτα παρά χρώματα στην σελιλόιντ παλέτα του Refn, που όλα μαζί συνθέτουν τον πιο σαγηνευτικό πίνακα που έχει ζωγραφιστεί στη μεγάλη οθόνη εδώ και χρόνια.