Τα βασικά: Νεαρή ρεπόρτερ στον Μισισιπή των καταπιεστικών ‘60s προσπαθεί να συγκεντρώσει μαρτυρίες από τις μαύρες υπηρέτριες των πλούσιων κυριών του Νότου προκειμένου να γράψει ένα βιβλίο-γροθιά στο ρατσιστικό κατεστημένο που θα δώσει φωνή στις καταπιεσμένες.
Βασίζεται στο ομώνυμο best-seller της Kathryn Stockett από το 2009, του οποίοι τα δικαιώματα είχαν αγοραστεί από πριν καν εκδοθεί.
Η ταινία: Αν ποτέ ήθελες να κάτσεις να απολαύσεις μια κωμικών ανταυγειών καταγραφή των συμπεριφορών στον αμερικάνικο νότο της δεκαετίας του ‘60... μάλλον ψάξε βρες κάτι άλλο.
Οι “Υπηρέτριες” είναι μια πολύ καλογυρισμένη, όμορφα φωτισμένη και χαριτωμένα παιγμένη ηθογραφία, που όμως όσο διασκεδαστική μπορεί να είναι για τον θεατή, άλλο τόσο εξοργιστικά καλογυαλισμένη και πολύχρωμη αντίληψη των κακουχιών της εποχής έχει.
Οι κακές σύζυγοι-τρόπαια είναι όχι χαρακτήρες, αλλά σκιάχτρα, μονοδιάστατα καρτούν χωρίς ίχνος ανθρωπιάς ή κατανόησης. Τίποτα φυσικά βίαιο ή αληθινά, ενοχλητικά άσχημο δε συμβαίνει επί της οθόνης.
Τα μάγια θα λυθούν όταν η μαγική λευκή κοπέλα (με αναχρονιστικά υπερ-φιλελεύθερες απόψεις και χιούμορ) έρθει να δώσει φωνή στις καταπιεσμένες - φυσικά χωρίς να δημιουργηθεί κανένα αληθινό πρόβλημα στην κοινότητά της. (Στην πραγματικότητα ίσα που θα της είχαν κάψει το σπίτι.)
Η Bryce Dallas Howard παίζει την αρχι-κακιά, παιδική φίλη της πρωταγωνίστριας με τρόπο που θα έκανε την ερμηνεία της Glenn Close ως Cruella de Vil να μοιάζει με τον Bryan Cranston στο “Breaking Bad”.
Αλλά αυτό δεν είναι πρόβλημα. Η Howard απλά είναι συνεπής απέναντι στο πώς έχει γραφτεί ο ρόλος της.
Εκεί είναι το πρόβλημα: Σε μια σκηνή του έργου η υπηρέτρια του χαρακτήρα της Howard της ζητά $75 σαν προκαταβολή (ούτε καν φιλανθρωπία) για να μπορέσει να στείλει και τους δύο γιους της στο πανεπιστήμιο, και να μη χρειαστεί να διαλέξει ποιος από τους δύο θα πάει.
Η δράκαινα όχι απλά αρνείται να της τα δώσει, αλλά της εξηγεί: Στην πραγματικότητα σου κάνω χάρη, της λέει, μαθαίνεις να εκτιμάς, στο μέλλον θα με ευχαριστείς, πήγαινε τώρα στην κουζίνα να φτιάξεις το φαϊ.
Ναι, τέτοιο επίπεδο λεπτότητας μπορείς να περιμένεις από την ταινία.
Παρόλ’αυτά, απέναντι στην ίδια σου την κρίση, καταφέρνει σε αρκετά σημεία να σε κερδίσει. Δε θα έπρεπε.
Το ξέρεις πως βλέπεις κάτι καλογυαλισμένο, απλοϊκό, μια σφόδρα εκλαϊκευση ενός θέματος-πληγή, κι όμως: Η ταινία αγνοεί την έννοια της κοιλιάς. Δεν έχει σκηνή που θα πέταγες, αφηγηματικά μιλώντας.
Είναι άριστα δομημένη, μοιράζοντας το χρόνο της ανάμεσα στις διαδρομές των χαρακτήρων και στις διάφορες αφηγήσεις τους που έρχονται σα σφήνες κάθε λίγη ώρα. Οι ανάλαφρες στιγμές είναι ευχάριστες, αστείες, ποτέ κρύες.
Και το καστ είναι έξοχο. Όχι ότι οι ερμηνείες είναι ποτέ λόγος να δεις μια ταινία, αλλά μπορεί να είναι παράγοντας που την κάνει πιο απολαυστική. Η Emma Stone ας πούμε παίζει την Skeeter, την νεαρή ρεπόρτερ που λέγαμε, έναν χαρακτήρα τρομερά μονοδιάστατο (η καλή, προχωρημένη λευκή με τις επαναστατικές για την εποχή ιδέες) με φοβερή σπιρτάδα, γοητεία και ψήγματα βαρύτητας. Σχεδόν την πιστεύεις.
Η Viola Davis είναι φανταστική ως Aibileen, περνάει το σκόπελο μιας σειράς δραματικών σκηνών δίχως υποψία υπερβολής και όποτε η κάμερα τη στοχεύει απλά κρέμεσαι από την παραμικρή της έκφραση.
Απολαυστική είναι και η Octavia Spencer στον φοβερά αβανταδόρικο ρόλο της Minny, υπηρέτριας που μιλάει πολύ, και κυρίως δε φοβάται να τα πει.
(Οι Davis και Spencer είναι εξαιρετικά πιθανό να βρεθούν υποψήφιες για Όσκαρ- η πρώτη ειδικά, σε αυτό το εξαιρετικά πρώιμο στάδιο, θεωρείται ακόμα και φαβορί.)
Γενικά πρόκειται περί ενός άρτια κατασκευασμένου crowd-pleaser με σαφείς Οσκαρικές βλέψεις, που όμως ακόμα και τις στιγμές που βρίσκεις τον εαυτό σου να το διασκεδάζει, ξέρεις πως δεν είναι τίποτα παραπάνω από ένα απλοϊκό παραμυθάκι του οποίου η αληθινή θέση είναι να παίζει στην τηλεόραση κάποιο μεσημέρι Κυριακής της ώρα που παραδίπλα τρώμε. ΟΚ. Και τα μεσημέρια της Κυριακής κάτι πρέπει να δείχνει η τηλεόραση.
ΣΧΟΛΙΑΣΤΕ: