Τα βασικά: Ο νεαρός Βέλγος ρεπόρτερ Τεν Τεν μπλέκει σε μια περιπέτεια που τον οδηγεί στα άκρα της Γης, σε άγριες θάλασσες και σε θανατηφόρες ερήμους, όταν έρχεται στην κατοχή η ρέπλικα ενός θρυλικού ιστιοφόρου που μέσα της κρύβει ένα μυστικό γενεών.
Το χαρτί, το σελιλόιντ, το motion capture: Η δημιουργία του Herge είναι ίσως η πιο συνεπώς εξαιρετική σειρά που μας έχουν δώσει ποτέ τα Ευρωπαϊκά κόμικς, με συναρπαστικές old school περιπέτειες, φανταστικούς χαρακτήρες και μια καθαρή σχεδιαστική γραμμή που κάνει φανταστική αντίθεση με την ακολουθία σκηνών δράσης. Οι περιπέτειες του Τεν Τεν είναι την ίδια στιγμή φρενήρεις αλλά και ράθυμες. Ο αναγνώστης χάνεται με τους δικούς του ρυθμούς σε μια αλυσίδα από σκηνές δράσης με συνεχείς αποκαλύψεις ανατροπές και cliffhangers.
Ο Spielberg και ο Jackson αποφάσισαν πριν λίγα χρόνια να μεταφέρουν τις περιπέτειες του Τεν Τεν . “Είναι Ιντιάνα Τζόουνς για παιδιά,” έλεγε ο θείος Steven πριν από μερικές δεκαετίας, όταν συνέκρινε τη σειρά του Herge με τους “Κυνηγούς της Χαμένης Κιβωτού”. Ενώνοντας τις δυνάμεις του με τον Jackson (επίσης φαν των βιβλίων) ο οποίος προσέφερε την τεχνογνωσία του γύρω από τις τεχνικές motion capture που εξέλιξε για τον “Άρχοντας των Δαχτυλιδιών”, αποφάσισαν να αναπτύξουν τις περιπέτειες του Τεν Τεν ως μια τριλογία γυρισμένη αποκλειστικά με αυτό τον τρόπο. Η πρώτη ταινία, βασισμένη στις ιστορίες “Το Μυστικό του Μονόκερω”, “Ο Θησαυρός του Κόκκινου Ράκαμ”, “Ο Κάβουρας με τις Χρυσές Δαγκάνες”.

Παρόμοιες απόπειρες στο παρελθόν συμπεριλαμβάνουν κάτι πατάτες τύπου “Το Πολικό Εξπρές” του Robert Zemeckis, ταινίες που ποτέ δεν κατάφεραν να αποφύγουν το ένα τεράστιο βασικό πρόβλημα, τα νεκρά μάτια των ψηφιακών χαρακτήρων. Αλλά όσοι φοβόμασταν κάτι παρόμοιο κι εδώ, υπολογίζαμε προφανώς χωρίς τους ανθρώπους που μας έφεραν οσκαρικού επιπέδου ερμηνείες από το Gollum.
Η ταινία: Όλα αυτά τα λέμε γιατί θέλουμε να καταλήξουμε στο βασικό σημείο ενδιαφέροντος αυτής της ταινίας: Τεχνικά, είναι αποστομωτική. Δε θα περάσει πολλή ώρα πριν ξεχάσεις ότι αυτό που βλέπεις είναι ψηφιακό. Η απόδοση εκφράσεων, κινήσεων, αντιδράσεων των ηθοποιών που ερμηνεύουν τους διάφορους χαρακτήρες αποδίδονται με τρόπο πλαστικό, κίνηση ζωηρή, τα μάτια ηρώων πετάνε σπίθες, το εύρος της δράσης αποτυπώνεται σε backgrounds ζωντανά, ευχάριστα επιθετικά.
Ο Spielberg έχει επιλέξει να διατηρήσει την παλιάς σχολής αισθητική, από τον γοητευτικό τρόπο με τον οποίο μιλάνε οι χαρακτήρες (οι βρισιές και οι κατάρες του μεθύστακα Κάπτεν Χάντοκ είναι όλα τα λεφτά) και το ανάλαφρο χιούμορ καταστάσεων (οι Ντιπόν και Ντιπόν είναι σταθερές αξίες), όσο -ιδίως- στον τρόπο που κυλά η ιστορία.
Το ένα μυστικό οδηγεί στο επόμενο, ένας χαρακτήρας θα θυμηθεί κάποιο στοιχείο που λείπει από το παζλ, ένας γρίφος θα συμπληρωθεί και θα αποκαλύψει ένα νέο ερώτημα, η μία καταδίωξη θα κάνει πάσα στην επόμενη, αγωνιώδεις ελιγμοί ενός ελικοπτέρου ανάμεσα σε κεραυνούς ακολουθούνται από μια σεκάνς επιβίωσης στην εχθρική έρημο, κλπ. Νιώθεις απόλυτα πως βλέπεις μια περιπέτεια γραμμένη μισό αιώνα πριν, απλά με πολλά (ψηφιακά) κουμπιά ανεβασμένα στο 11 προς τέρψιν του αμφιβληστροειδούς του θεατή που είναι εκπαιδευμένος και μεγαλωμένος με τις οριγιαστικών ταχυτήτων περιπέτειες του σήμερα.
Αυτός ο διχασμός δεν λειτουργεί πάντα υπέρ της ταινίας. Ο Herge ας πούμε γέμιζε τις ιστορίες του με πληροφορία και διαλόγους και διαδοχικές σκηνές δράσης, όμως όταν το ίδιο κάνει ο Spielberg και το χαριτωμένο-αλλά-ασφυκτικό σενάριο των Moffat, Cornish & Wright, το αποτέλεσμα είναι μια περιπέτεια που σε πιάνει από το λαιμό και σε βομβαρδίζει. Πληροφορία-εφέ-δράση-πληροφορία-δράση-δράση-πληροφορία-εφέ-δράση-δράση, κάποια στιγμή θα μείνεις αποσβολωμένος και εξαντλημένος και θα εύχεσαι κάπως επιτέλους να τελειώσει.

(Τελειώνει δε, κάπως ξεψυχισμένα. Προφανέστατα υπάρχουν σχέδια για δύο περαιτέρω ταινίες, αλλά αυτό δε σημαίνει ότι μπορείς να βρεις ένα cliffhanger της προκοπής ή μια δυνατή τελευταία σκηνή. Και οι 3 σεναριογράφοι έχουν παράξει απολύτως συναρπαστικές σόλο δουλειές στο είδος της φαντασίας -”Doctor Who”, “Attack the Block”, “Ο Σκοτ Πίλγκριμ Εναντίον των Πρώην”, αντίστοιχα- και περίμενα κάτι πιο αιχμηρό κατά τόπους.)
Όμως αυτό είναι θέμα των αντοχών του καθενός. Θα ήταν ιδανικό αν ο Spielberg είχε μέτρο ή καλύτερο αυτοέλεγχο, αλλά σε κάθε περίπτωση αυτό που κατάφερε μαζί με τον Peter Jackson, είναι αξιοθαύμαστο και, δίχως αμφιβολία, πετυχημένο. (Για να μην ποντάρουμε από τώρα με μεγάλες κουβέντες για το σπουδαίον του τεχνικού επίιεύγματος και τη μελλοντική του σημασία.)

Το όλο θέαμα είναι πολύ χορταστικό, με δράση απενοχοποιημένα και απολαυστικά παλιομοδίτικη, που δε θα σου αφήσει επιλογή παρά να φύγεις από την αίθουσα ικανοποιημένος. Έστω κι αν, καταλήγοντας τελικά σε αυτό το μάλλον αδόκιμο κλισέ, παραδεχτούμε πως “το βιβλίο ήταν καλύτερο”.
ΣΧΟΛΙΑΣΤΕ: