Τα βασικά: Η Bella παντρεύεται με τον Edward, πάνε για μήνα του μέλιτος και κάνουν σεξ. Αυτό είναι τα 2/3 της ταινίας. Στο τελευταίο 1/3 αρχίζει το γλέντι.

Το Λυκόφως των βαρετών: Μου φαινόταν αδιανόητο παρακολουθώντας την ταινία ότι αποφάσισαν όντως να την απλώσουν σε δύο μέρη.
Μιλάμε για μια ‘saga’ (και πραγματικά, είναι από μόνο του κάπως σαχλό να μιλάμε για saga εδώ) με τόσο λεπτό αφηγηματικό ιστό και τόσο λίγο αληθινό περιεχόμενο που όχι 4 ταινίες, ούτε μία δεν γέμιζε καλά-καλά. Πόσο μάλλον 5!
Είχα παρόμοια ένσταση και στην περίπτωση του τελευταίου “Χάρι Πότερ”, όπου παρότι μεγάλος φαν (των βιβλίων κυρίως, αλλά και των ταινιών), η κυνική κίνηση να χωριστεί το τελευταίο βιβλίου στα δύο για μια τελευταία γερή μπάζα άφησε το υλικό κάπως αποδυναμωμένο και αχρείαστα απλωμένο.
Το να συμβαίνει το ίδιο και σε μια ιστορία που σχεδόν δε συμβαίνει τίποτα είναι αδιανόητο στα όρια της τρέλας.
Τόσο πολύ, που σχεδόν καταλήγεις να το θαυμάζεις: Αρχίζει να αναρωτιέσαι, τι μπορεί να σκαρφιστεί ο Bill Condon για να γεμίσει ένα διώρο που σε μια φυσιολογική ταινία, θα κάλυπτε το πολύ τη σκηνή πριν τους τίτλους αρχής, οδηγώντας στο μεγάλο γεγονός του τελευταίου ημιώρου και στην (υποθέτω, δεν έχω διαβάσει, δεν ξέρω) σύγκρουση που λογικά θα ακολουθήσει.
Ο Condon είναι καλός σκηνοθέτης, έχοντας ξεκινήσει από εξαιρετικές ανεξάρτητες ταινίες σαν το “Gods and Monsters” και το “Kinsey” πριν το γυρίσει στο εμπορικό με αξιοπρεπή αποτελέσματα στο “Dreamgirls”.
Όμως πριν από όλα αυτά, το ντεμπούτο του το είχε κάνει με το σίκουελ του “Candyman”, ικανοποιητικά φρικιαστικό σίκουελ μια διασκευής ιστορίας του Clive Barker.
Αυτή του η εμπειρία από το σινεμά φρίκης και τρόμου τον βόλεψε μια χαρά ερχόμενος στο σύμπαν του “Λυκόφωτος”. Όχι, αλήθεια.

Η ταινία: Μέχρι να συμβεί αυτή η αναμενόμενη σεναριακή εξέλιξη, που δε θα αναφέρουμε παρόλ’αυτά, αν και μάλλον όσοι ενδιαφέρονται για την ταινία, τη γνωρίζουν ήδη, το φιλμ εναλλάσσεται ανάμεσα στο βαρετό και το αστείο.
Δίνω πόντους στον Condon πάντως, γιατί απομακρύνεται ολοκληρωτικά από το παγωμένο οπτικό ύφος που διατηρούσε ως τώρα η σειρά, εστιάζοντας στο κωμικά κατάλευκο και γαλήνιο πρόσωπο του Robert Pattison και το εκνευριστικό emo και εξίσου κατάλευκο της Kristen Stewart, με κούφια λόγια να γεμίζουν τις ατελείωτες (αλήθεια, ατελείωτες) παύσεις.
Εδώ υπάρχει ενέργεια σχετικής ελαφρότητας, τα πρόσωπα των ηρώων φωτίζονται σα να είναι ζωντανά κι όχι νεκρά, και εν ολίγοις δε νιώθεις μια διαρκή βαριεστημένη ένταση από το πουθενά.
Απλά... κυλάει αργά. Πολύ αργά.
Και δε λείπουν οι φρικτές σκηνές που έχουν συχνά έρθει να χαρακτηρίζουν το franchise: Μια σεκάνς αψιμαχίας μεταξύ των μελών της αγέλης των λυκανθρώπων (στην ζωώδη μορφή τους), απεικονίζει τους ήρωες με κακό CGI και κωμικούς τηλεπαθητικούς διαλόγους που δεν είσαι καν σίγουρος από πού προέρχονται.
Βασικά βλέπουμε κάτι φτηνιάρικους λύκους να κάνουν κύκλους, να χοροπηδάνε, να κοιτάζονται άγρια ενώ από πάνω τρέχει ένα γελοίο voice-over, λες και κάποιος έχει απλώς κλείσει τη φωνή και μια παρέα φίλων κάνει ψεύτικους κοροϊδευτικούς διαλόγους όπως στα “Φιλαράκια”.
Το όλο πράγμα είναι ένα χάος.

Όμως ο Condon δεν αστοχεί εξίσου σε όλη τη διάρκεια. Στην τελευταία πράξη του δράματος, αναλαμβάνει το αδύνατο έργο να οπτικοποιήσει μια σεναριακή εξέλιξη απίστευτα γελοία.
(Και καλύτερα να μη μιλήσουμε τώρα για τις κοινωνικές πεποιθήσεις της Meyer ή το ψυχολογικό υπόβαθρο της ιστορίας της, γιατί... χμ, γιατί υπάρχει άλλη μία ταινία να βγει, ας έχουμε κάτι να πούμε και τότε.) Γελοία όσο και αηδιαστική. Και τα καταφέρνει.
Ο σωματικός κίνδυνος στον οποίο υποβάλλεται ένας χαρακτήρας προσφέρει στιγμές schlock απόλαυσης.
Το σώμα καταρρέει, όσο χρώμα χάνεται από το πρόσωπο ισοφαρίζεται σε ζωηρά κόκκινο του αίματος, τα “κρατς-κρουτς” του ηχητικού μιξάζ βρίσκονται σε ντελίριο, και ο Condon (προφανώς απολαμβάνοντας κι αυτός την ευκαιρία α) να επιστρέψει στις κινηματογραφικές ρίζες του και β) να κάνει ΚΑΤΙ σε αυτό το non-event ταινίας) δεν τσιγγουνεύεται τις αποκρουστικές εικόνες, είτε πρόκειται για νεκρά, αιματοβαμμένα κάδρα, είτε για έναν πονοκέφαλο επίθεσης εικόνων, ήχων και διασκεδαστικά φτηνιάρικων εφέ ‘εσωτερικών διεργασιών’. (Ας το θέσουμε έτσι.)
Τίποτα από αυτά δεν αναιρεί βέβαια τον χαρακτηρισμό του αδιανόητα βλακώδους για τις (λιγοστές) σεναριακές εξελίξεις.
Ειδικά μια εξέλιξη που αφορά τον -σταθερά άβολο- Jacob του Taylor Lautner θα κάνει τον casual θεατή να ξύνει το κεφάλι του πριν παραδοθεί σε νευρικά γέλια.
Όμως κανείς δε μπορεί να χρεώσει στον Condon πως δεν αγκάλιασε ολοκληρωτικά το υλικό του. Κι αυτό πάντα πρέπει να εκτιμάται, ιδίως αν έχει σαν αποτέλεσμα σκηνές που διατρέχουν το πλήρες φάσμα του φανταστικάθλιου, παραθέτοντας πλούσιο υλικό για μελλοντικούς μαραθωνίους κανιβαλισμού.
ΣΧΟΛΙΑΣΤΕ: