Τα βασικά: O Ethan Hunt βρήκε επιτέλους την ευτυχία μετά από 3 ταινίες αλλά δε του έμελλε να κρατήσει πολύ. Φυσικά. Έτσι εδώ, η ομάδα του κατηγορείται για μια τρομοκρατική επίθεση στο Κρεμλίνο ύστερα από αποστολή που πάει κατά διαόλου, και τώρα αυτός και οι συνεργάτες του πρέπει να σώσουν τον κόσμο δίχως καμία απολύτως βοήθεια από κανέναν. Είναι οι 4 τους -και μερικά πολύ κουλ γκατζετάκια- εναντίον όλων.
Αδύνατη αποστολή: Με το κινηματογραφικό franchise να μετρά ήδη 4 ταινίες, ισάριθμους σκηνοθέτες, και 15 χρόνια ανάμεσα στην πρώτη και την τελευταία ταινία, τo ‘impossible’ της αποστολής του τίτλου είναι πλέον το να καταφέρει κάποιος να συνεχίζει να γυρίζει κεφάλαια αυτής της σειράς που α) να έχουν κάτι καινούριο να δώσουν και β) να παρουσιάζουν πειστικά τον Tom Cruise ως action star ακόμα και σήμερα. Με έναν μαγικό τρόπο, ο Brad Bird επιτυγχάνει και στα δύο. Mission accomplished.
Η ταινία: Δεν έχουμε κάποιον εύκολο τρόπο για να το κάνουμε απολύτως σαφές αυτό το πράγμα μέσα από περιγραφές, αλλά πραγματικά: Η ταινία δε θα σε αφήσει να πάρεις ανάσα.
Το τονίζουμε όσο μπορούμε. Αυτή η 4η “Επικίνδυνη Αποστολή” όχι μόνο δεν φέρει πάνω της σημάδια γήρανσης, αλλά όταν μιλάμε για αγωνία, για αδρεναλίνη, για σασπένς δίχως διάλειμμα για χαλαρώσεις ή να εισπνεύσεις, τότε αφήνει πίσω μακράν όλες τις προηγούμενες.

O Brad Bird έχει καταφέρει, στο live-action ντεμπούτο του μετά από 2 αριστουργήματα της Pixar (“Οι Απίθανοι”, “Ratatouille”), να μεταδώσει στα όσα συμβαίνουν κάτι από τις φρενήρεις σκηνές δράσης των animation του. Η συνταγή δεν είναι και τόσο απλή, γιατί δεν περιορίζεται σε πυροβολισμούς και κυνηγητά. Αν ήταν τόσο απλό, εξάλλου, θα το έκαναν όλοι. O Bird κάνει κάτι διαφορετικό. Όχι κάτι καινούριο, αλλά κάτι διαφορετικό.
Όταν πρωτοβλέπαμε τον “Ratatouille” είχαμε εκπλαγεί από μια φανταστική σκηνή απόδρασης από ένα σπίτι στην εξοχή, που βρίσκεται κοντά στην αρχή του φιλμ. “Είναι σαν κάτι που έχει σκηνοθετήσει ο Paul Greenrass,” ήταν μια ατάκα θαυμασμού που είχε ειπωθεί τότε. Αργότερα στην ταινία ο κακός μάγειρας Skinner κυνηγάει τον Remy - είναι 100’’ συμπιεσμένης αδρεναλίνης που δεν έχουν τίποτα να ζηλέψουν από την οποιαδήποτε πανάκριβη περιπέτεια με τζαμαρίες να σπάνε και μεγάλους σταρ να κάνουν κωλοτούμπες σε ανώμαλα σοκάκια. Και στο τέλος χιούμορ, και μάλιστα λεπτογραμμένο.
Ο Bird έχει φανταστική αίσθηση του χώρου και του ρυθμού σε μια σκηνή δράσης, και στο “Πρωτόκολλο Φάντασμα” δεν μας κρατάει κρυμμένο κανένα από τα όπλα του. Καταφέρνει να γυρίσει μια περιπέτεια δύο ωρών όπου η κάθε σκηνή σασπένς οδηγεί στην επόμενη κι εκείνη στην επόμενη. Και ποτέ μα ποτέ, δε θα νιώθεις κάτι να σε πνίγει. (Και ούτε ένα slow-motion πλάνο, κύριε John Woo.)
Γιατί; Ίσως επειδή ο Bird απλώνει με μαεστρικό τρόπο όλα τα βασικά στοιχεία της ταινίας διαμέσου της ακολουθίας σκηνών δράσης. Στο περιπετειώδες σύμπαν του, δεν χρειάζεται οι χαρακτήρες να φρενάρουν τη δράση για να εξηγήσουν τα κίνητρά τους μέσα από μια σκηνή 5λεπτου διαλόγου. Όλες οι εξηγήσεις, όλη η πλοκή, όλη η ανάπτυξη χαρακτήρων (υπάρχει και τέτοια και δεν είναι διόλου αμελητέα, να προσθέσουμε) συμβαίνει την ώρα που οι παλμοί σου θα ανεβαίνουν.
Δεν λέμε πως χρειάζεται να έχεις δει τα προηγούμενα για να εκτιμήσεις πλήρως αυτό εδώ το κεφάλαιο, αλλά αν τα έχεις δει θα βρεις διάφορες μικροεκπλήξεις που θα σε διασκεδάσουν ακόμα περισσότερο. (Και όταν λέμε όλα, εννοούμε βασικά το πιο καλό, το πιο αγνό όλων, το #3 του JJ Abrams.) Όσα ακροβατικά κι αν κάνουν οι χαρακτήρες, δε σταματάνε ποτέ να σε νοιάζουν και ως άνθρωποι, κι αυτό είναι πάντα μεγάλη κατάκτηση. Ο Ethan Hunt του Cruise έχει πια κάτι το αξιαγάπητα γνώριμο, που γίνεται θαυμαστό κάθε φορά που σε πείθει πως μπορεί να τρέξει, να σκαρφαλώσει, να ρίξει ξύλο, κλπ.
Ο Jeremy Renner είναι εξαιρετικά ευχάριστη προσθήκη στο σύμπαν της σειράς. Ο χαρακτήρας του κουβαλάει ερωτηματικά στα οποία το εκφραστικά σκληρό πρόσωπο του Renner μπορεί να δώσει μια κάποια βαρύτητα. Δεν είναι τυχαίο που (τον υποψήφιο για Όσκαρ με το “Hurt Locker” ηθοποιό) ξαφνικά τον θέλει το μισό Hollywood για τα franchise του.
Μαζί, δε θα λείψει και η αίσθηση του χιούμορ που ο Bird κουβαλάει από τις προηγούμενες δουλειές του. Μια απροσδιόριστη διάθεση ελαφρότητας που δεν επιτρέπει στην ταινία να πάρει τον εαυτό της υπερβολικά στα σοβαρά, ούτε στου δράμα των χαρακτήρων να γίνει παράταιρο με το γεγονός πως παρακολουθούμε μια ταινία όπου 3 άνθρωποι εισβάλλουν (πχ) ανενόχλητοι στο Κρεμλίνο.
Και τα γκάτζετς. Α, τα γκάτζετς. Είναι σαν ξεχωριστός χαρακτήρας, και κάνουν σκηνές χιλιοπαιγμένες να μοιάζουν ολοκαίνουριες. Στην υγεία σας κύριε Q όπου και να είστε.
Με όλα τα παραπάνω δε θέλουμε να πούμε πως η ταινία έρχεται να αλλάξει τα δεδομένα. Αν απομονώσεις το κάθε στοιχείο, θα έχεις την αίσθηση πως το έχεις ξαναδεί. Υπάρχει η καταδίωξη γρήγορων αυτοκινήτων, ο geek της ομάδας για το χιούμορ και της αξιαγάπητη αγαρμποσύνη, η σέξι συνεργάτης (Paula Patton, καλώς σε βρήκαμε) που εκμεταλλεύεται τα θέλγητρά της για να προχωρήσει η αποστολή, θα δεις τον Tom Cruise να σκαρφαλώνει σε έναν ουρανοξύστη, θα δεις τη μάχη με τον κακό που δε λέει να βγει από τη μέση, γενικά κάπου, κάπως, τα έχεις όλα ψιλο-δει.
Όμως όχι ακριβώς.

Η σκηνή της καταδίωξης, για παράδειγμα, παρουσιάζεται με έναν τρόπο που δε σε αφήσει να πεις “α, και τώρα είναι που κυνηγιούνται, πετάγομαι στην τουαλέτα”. Όχι, θα κάτσεις, θα τη δεις, θα τη χαζέψεις. Δε θα σου πούμε λεπτομέρειες, αλλά κάθε ένα από τα παραπάνω προαπαιτούμενα για μια τέτοια περιπέτεια έρχεται με τη μικρή του ανατροπή, με την αναπάντεχη γοητεία, με τη διαφορετική ματιά του. Με μικρές, χαριτωμένες εκπλήξεις που σου κλείνουν σινεφιλικά το μάτι. (Όπως το κατάλαβες αυτό.)
Όσο κι αν είναι κρίμα ένας δημιουργός σαν αυτόν να χαραμίζεται κάπως σε μια τόσο επίπεδη περιπέτεια, δεν μπορείς παρά να παραδεχτείς πως καταφέρνει από το τίποτα να παραδώσει κάτι πραγματικά απολαυστικό. (Ελπίζουμε να συνεχίσει τώρα με κάποιο προσωπικό του σχέδιο.) Το ίδιο πιστεύαμε όταν την τρίτη ταινία επρόκειτο αρχικά να την γυρίσει ο David Fincher. Ναι, καλύτερα που ασχολήθηκε με άλλα πράγματα εν τέλει, αλλά αμφισβητεί κανείς την απόλαυση που θα είχε λάβει ο αμφιβληστροειδής; Ομοίως και με την παρούσα περίπτωση.
Ο Brad Bird με το “Πρωτόκολλο Φάντασμα” μπορεί να μην επανεφευρίσκει τον τροχό, αλλά αν μη τι άλλο, ξέρει να τον τσουλάει τέλεια.