Τι μέρος του λόγου μπορεί να είναι ένας 55άρης με γελοίο κούρεμα που βλέπει συναυλίες χορεύοντας σαν παρτσακλό και κάνει παρέα με ροκ σταρ σαν τους Franz Ferdinand;
Την μια βραδιά παίζει ως dj στην τελευταία συναυλία των
Guided By Voices στο Σικάγο, την επόμενη μέρα είναι στο διάσημο φεστιβάλ της
Λολαπαλούζα, ανοίγοντας τη συναυλία των
Sleater-Kinney, το επόμενο βράδυ αναγγέλλει το σώου των
Camper Van Beethoven και των
Flaming Lips και αμέσως μετά ανεβαίνει στη σκηνή και χορεύει κατά τη διάρκεια του live των
Yo La Tengo. Οι Guided By Voices τον προ(σ)καλούν να συμμετέχει στο βιντεοκλίπ του τραγουδιού τους
, ενώ η σκηνοθέτις Τζενι Στερλινγκ ετοιμάζεται να βγάλει προς τιμήν του το ντοκιμαντέρ . Όλη η αμερικανική μουσική σκηνή μιλάει γι' αυτόν: έναν λιπόσαρκο 55άρη με ένα κούρεμα-τραγέλαφο, τις χορευτικές ικανότητες του Στίβεν Χόκινγκ και το attitude του ανθρώπου που διασκεδάζει προκαλώντας την οργή των γύρω του. Ο Ρόμπερτ Ματόνις (ή δεν ματώνεις;) είναι ο <Μητσάρας> της αμερικανικής ροκ σκηνής, ένας δεδηλωμένος φαν των Beatles (απ' όπου πήρε και το ψευδώνυμο του) που θέλει διαρκώς τα φώτα της δημοσιότητας πάνω του και επιθυμεί να βάζει τη φάτσα του μπροστά από όποια κάμερα βλέπει. Η μισή alternative αμερικανική σκηνή εκθειάζει την αστείρευτη ενέργεια και την επιμονή του να μην χάνει συναυλία για συναυλία, ενώ η άλλη μισή τον θεωρεί απλά ένα γελοίο ανέκδοτο εσωτερικής μουσικής κατανάλωσης.
Τα χέρια του, σαν καλάμια που ξεκόλλησαν από τη βάση τους, αποτελούν τον Νο1 Δημόσιο Κίνδυνο, όπου αυτός βρίσκεται, ενώ τα πόδια του δεν ακολουθούν ποτέ το ένα το άλλο, καλύπτοντας, με το ξεπέταγμα τους, γύρω στα 10 τ.μ. Μην απορείς μετά γιατί κανείς μα κανείς δεν βρίσκεται τριγύρω του σε βεληνεκές τουλάχιστον 200 μέτρων όταν ο Μπομπ αποφασίσει να χορέψει. Και μετά είναι κι αυτή η αντιπαθητική του φάτσα, με τα μπροστινά του δόντια να πετάνε και το μαλλί-σφουγγαρίστρα, που τον κάνουν να μοιάζει με κάτι μεταξύ κάστορα και υπερτροφικού Playmobil. Δεν είναι όμως οι χορευτικές του φιγούρες, αφιερωμένες στην Παγκόσμια Ημέρα Αρρυθμίας, που έχουν προκαλέσει απανωτά εγκεφαλικά σε όλους τους καλαίσθητους αμερικανούς εναλλακτικούς ροκάδες. Είναι κυρίως αυτή η παροιμιώδης δίψα του για δημοσιότητα: όπου υπάρχουν κάμερες, τσουπ, να' τος με την αφεντομουτσουνάρα του να ζητιανεύει για ένα πλάνο. Αν δει φωτογραφικές μηχανές, θα κάνει ό,τι περνάει απ' τα χέρια του -κυριολεκτικά- και τα πόδια του ώστε να ρίξει τα φλας πάνω του. Και φυσικά όλα εις βάρος των υπολοίπων: παίρνει θέση πάντα στις πρώτες σειρές κι εκτοπίζει με τον δερβίσικο χορό του τους γύρω του, εμποδίζοντας τους να δουν τη συναυλία. Ένας συντοπίτης του, από το Σαιν Λούις, ο Ουέιντ Αλμπερτι, απηυδισμένος από τα ενοχλητικά του καμώματα, ξεκίνησε ένα site με τίτλο μαζεύοντας υπογραφές ώστε <η ντροπή της πόλης>, όπως τον χαρακτηρίζει, να σταματήσει τα καραγκιοζιλίκια του.
Σύμφωνα με τα λεγόμενα του ίδιου του Μπιτλ Μπομπ (αν θέλουμε τον πιστεύουμε...), πηγαίνει σε συναυλίες σερί καθημερινά από τα Χριστούγεννα του 1996, έχοντας παρακολουθήσει από τότε πάνω από 4000 live, από το SXSW και το Λολαπαλούζα μέχρι τα μεγαλύτερα ευρωπαϊκά μουσικά φεστιβάλ, στο Άμστερνταμ, το Γκλάστονμπερι ή το Λονδίνο. Η προσωπική του ζωή δεν ρίχνει περισσότερο φως στην, ήδη μυστικοπαθή του, ύπαρξη: ισχυρίζεται πως εργάζεται ως κοινωνικός λειτουργός σε παιδιά με νοητικά προβλήματα, αλλά τα αρχεία του Υπουργείου Παιδείας της αμερικανικής κυβέρνησης δεν τον αναφέρουν πουθενά. Δεν ξέρει να παίζει κανένα μουσικό όργανο, δεν οδηγάει, δεν πίνει, δεν καπνίζει, δεν κάνει ναρκωτικά (<δεν χρειάζομαι κανένα βοήθημα ή ναρκωτικό για να αντέξω μια συναυλία, απλά πηγαίνω εκεί και με “ανεβάζουν” οι μπάντες που βλέπω>, λέει ο ίδιος), είναι χορτοφάγος και ακόμη και οι πολύ κοντινοί του φίλοι δεν ξέρουν που ακριβώς μένει, αφού ζητάει να τον αφήνουν αρκετά μακριά από το σπίτι του, στα περίχωρα του Σαιν Λούις.
Όποια κι αν είναι η τελική ετυμηγορία για την κλινική κατάσταση του Μπομπ, ως <επαγγελματία των συναυλιών>, πολλοί είναι εκείνοι που υποστηρίζουν πως όλη αυτή η δίψα για αυτοπροβολή κρύβει κάτι αρνητικό από πίσω: είτε (το πιο πιθανό) δεν έχει ζωή, γυναίκα και φίλους εκτός μουσικής, είτε του έχει καεί καμιά φλάντζα από τον εγκέφαλο του. Ο κόσμος περιμένει με αγωνία το ντοκιμαντέρ της Στέρλινγκ με την ελπίδα να ρίξει φως στην, ελαφρά διαταραγμένη, προσωπικότητα της πιο αμφιλεγόμενης φυσιογνωμίας στην μουσική σκηνή της Αμερικής σήμερα.